Τι σημαίνει το prise στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης prise στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του prise στο Αγγλικά.

Η λέξη prise στο Αγγλικά σημαίνει βραβείο, έπαθλο, βάζω ψηλά, έχω ψηλά, ανοίγω, έξοχος, εξαίρετος, εξαιρετικός, εξαιρετικός, εντελώς, επιβράβευση, ανταμοιβή, ξεκολλάω, βραβείο της παρηγοριάς, χρηματικό έπαθλο, έπαθλο παρηγοριάς, βραβείο λοταρίας, πρώτη θέση, πρώτο βραβείο, βραβείο Νόμπελ, βραβείο Νόμπελ, κλήρωση, λοταρία, χρηματικό έπαθλο, ανοίγω, αποσπώ κτ από κτ, αποσπώ κτ από κπ, αποσπώ κτ από κτ, απονομή βραβείων, απονομής βραβείων, επαγγελματικός αγώνας πυγμαχίας, ξεκολλάω, ανοίγω, κερδίζω την πρώτη θέση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης prise

βραβείο, έπαθλο

noun (award to be won)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The winner of this competition will receive a prize of £500.
Ο νικητής του διαγωνισμού αυτού θα λάβει ως βραβείο 500 λίρες.

βάζω ψηλά, έχω ψηλά

transitive verb (find [sth] important) (καθομ, μεταφορικά)

Maggie prized her friendship with Lydia.
Η Μάγκυ εκτιμούσε τη φιλία της με τη Λυδία.

ανοίγω

transitive verb (pry: raise, open by levering) (με σήκωμα, μόχλευση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The robbers prized the door with a crowbar.
Οι διαρρήκτες παραβίασαν την πόρτα με έναν λοστό.

έξοχος, εξαίρετος, εξαιρετικός

adjective (excellent, award-winning)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Tom was very proud of his prize marrow, which had taken top place at the village show.

εξαιρετικός

adjective (very good)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There were some prize specimens at the cattle show.

εντελώς

adjective (complete, utter)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
You really are a prize idiot!

επιβράβευση, ανταμοιβή

noun (reward)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Her mum wanted to give her some money for all her hard work, but getting into her first choice of university is all the prize Ann needs.

ξεκολλάω

phrasal verb, transitive, separable (draw away with difficulty) (καθομιλουμένη, μτφ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Once my son got his own laptop, I could scarcely pry him away from it.

βραβείο της παρηγοριάς

noun (prize for loser)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χρηματικό έπαθλο

noun (winner's money)

He entered the contest for the cash prize.

έπαθλο παρηγοριάς

noun (given to loser)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He didn't win the Grand Prize, and had to make do with one of the consolation prizes.

βραβείο λοταρίας

noun (US ([sth] won in raffle)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

πρώτη θέση

noun (first place, highest position)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She won first prize in the science competition.

πρώτο βραβείο

noun (first or top prize awarded)

βραβείο Νόμπελ

noun (prestigious international award)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

βραβείο Νόμπελ

noun (prestigious international award)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Marie Curie was the first woman to win a Nobel Prize.

κλήρωση, λοταρία

noun (UK (raffle in which [sth] is won)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

χρηματικό έπαθλο

noun (money received as prize)

If I win the competition, I'll spend the prize money on a new car.

ανοίγω

(open by levering) (με μόχλευση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αποσπώ κτ από κτ

(extract with difficulty) (με δυσκολία)

The thieves prized Bill's wallet from his grasp.

αποσπώ κτ από κπ

verbal expression (figurative (information: extract from [sb])

Paisley didn't want to give away Imogen's secret, but her colleagues prized it out of her.

αποσπώ κτ από κτ

verbal expression (extract with difficulty) (με δυσκολία)

απονομή βραβείων

noun (award ceremony)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

απονομής βραβείων

adjective (event: giving of awards) (σε γενική)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The awards were given out at a prize-giving ceremony.

επαγγελματικός αγώνας πυγμαχίας

noun (boxing championship)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ξεκολλάω

(loosen [sth] by pulling) (ανάλογα το είδος της κίνησης)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ανοίγω

(open [sth] by levering) (με σήκωμα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κερδίζω την πρώτη θέση

verbal expression (sport: take first place)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She may not be the smartest, but she certainly wins the prize for most dedicated.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του prise στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του prise

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.