Τι σημαίνει το responsable στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης responsable στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του responsable στο Γαλλικά.

Η λέξη responsable στο Γαλλικά σημαίνει υπεύθυνος, υπεύθυνος, υπεύθυνος, υπεύθυνος, διευθυντής, διευθύντρια, αρμόδιος, αρμόδια, υπεύθυνος, υπεύθυνη, υπεύθυνος, ελεγκτής, ελέγκτρια, αυτός που φυλάσσει το ποσό του στοιχήματος, για να το αποδώσει στον νικητή, δράστης, δράστρια, υπεύθυνος, υπεύθυνη, χειριστής, διαχειριστής, υπεύθυνος, που ευθύνεται, ένοχος, υπεύθυνος, ευθύνη, υπευθυνότητα, υπεύθυνη εστίας, προϊστάμενος, προϊσταμένη, επικεφαλής, διευθυντής, διευθύντρια, συντονιστής, συντονίστρια, επόπτης, επόπτρια, υπεύθυνος για κτ, επικεφαλής, υπεύθυνος, δίνω λόγο, υπεύθυνα, δράστης, δράστρια, υπεύθυνος γραφείου, διευθυντής, υπέυθυνο άτομο, διευθυντής πωλήσεων, διευθυντής καταστήματος, υπεύθυνος λογιστικού ελέγχου, υπεύθυνη λογιστικού ελέγχου, brand manager, διευθύντρια αδερφότητας, διευθύντρια αδελφότητας, υπεύθυνος στέγασης, υπεύθυνη στέγασης, Διευθυντής Μάρκετινγκ, Διευθυντής Τμήματος Μάρκετινγκ, διευθυντής παραγωγής, διευθύντρια παραγωγής, συντονιστής προγράμματος, συντονίστρια προγράμματος, υπεύθυνος διαχείρισης έργων, υπεύθυνη διαχείρισης έργων, υπάλληλος οδικής ασφάλειας, κύριος αγοραστής, βασικός αγοραστής, υπεύθυνος προμηθειών, υπεύθυνη προμηθειών, υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων, υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων, υψηλόβαθμος αξιωματούχος στη Σαξονική Αγγλία, υπεύθυνος δανείων, υπεύθυνη δανείων, υπεύθυνος για την περίπτωση πυρκαγιάς, υπεύθυνος προσωπικού, υπεύθυνη προσωπικού, καθιστώ από κοινού υπεύθυνους, φταίω για κτ, ευθύνομαι για κτ, θεωρώ κπ υπεύθυνο, κατηγορώ, έχω τον έλεγχο, θεωρώ υπεύθυνο, θεωρώ υπεύθυνο, που δε δίνει λόγο σε κανέναν, που δεν ελέγχεται από κανέναν, υπόλογος, υπεύθυνος, λογοδοτώ σε κπ, ελεγκτής, ελέγκτρια, υπεύθυνος, θεωρώ υπεύθυνο, θεωρώ υπεύθυνο, θεωρώ κπ υπεύθυνο για κτ, υπεύθυνος, υπεύθυνος για κτ, που είναι υπεύθυνος για κπ, θεωρώ κπ υπεύθυνο, ευθύνομαι για, υποκείμενος σε κτ, υπεύθυνος για κτ, θεωρώ κπ υπεύθυνο για κτ, υπεύθυνος για κτ/κπ, υπεύθυνος για κτ, υπεύθυνος για κτ, που φταίει, υπεύθυνος, δημιουργός. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης responsable

υπεύθυνος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
J'essaye de savoir qui est responsable ici.
Προσπαθώ να βρω ποιος είναι ο υπεύθυνος εδώ πέρα.

υπεύθυνος

adjectif (gérant)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

υπεύθυνος

adjectif (fiable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Oui, John est une personne responsable. Je lui fais confiance.
Ναι, ο Γιάννης είναι ένα υπεύθυνο άτομο. Τον εμπιστεύομαι.

υπεύθυνος

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Je veux bien installer la mise à jour sur votre ordinateur, mais si quelque chose se passe mal, je ne serai pas responsable.
Με χαρά να εγκαταστήσω την ανανέωση στον υπολογιστή σας, αλλά αν κάτι πάει στραβά, δε θα φέρω ευθύνη.

διευθυντής, διευθύντρια

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Qui est le responsable de ce projet ?
Ποιος είναι ο επικεφαλής αυτού του έργου;

αρμόδιος, αρμόδια

nom masculin (υπεύθυνος για κάτι)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)

υπεύθυνος, υπεύθυνη

nom masculin et féminin

Le vendeur du magasin a été impoli avec moi alors que je me suis plaint au responsable.

υπεύθυνος

adjectif (raisonnable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
C'est une fille très responsable pour son âge.

ελεγκτής, ελέγκτρια

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Le responsable du service financier vérifiera ces chiffres.

αυτός που φυλάσσει το ποσό του στοιχήματος, για να το αποδώσει στον νικητή

nom masculin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Le casino est entièrement tenu responsable des jeux proposés dans ses locaux.
Το καζίνο είναι το μόνο που φυλάσσει το ποσό του στοιχήματος για να το αποδώσει στον νικητή, σε όλα τα παιχνίδια που εκτυλίσσονται στις εγκαταστάσεις του.

δράστης, δράστρια

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Le responsable d'un tel acte doit être puni.
Η αυτουργός μιας τέτοιας πράξης πρέπει να τιμωρηθεί.

υπεύθυνος, υπεύθυνη

nom masculin et féminin

Pour avoir accès, il faudra que vous parliez au responsable de la sécurité.
Για να αποκτήσεις πρόσβαση θα πρέπει να μιλήσεις με τον υπεύθυνο ασφαλείας.

χειριστής, διαχειριστής

nom masculin et féminin

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Le responsable de nos réservations les a fait complètement capoter.

υπεύθυνος

(gérant)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

που ευθύνεται

(για κάτι)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Οι υπεύθυνοι που εξέτασαν τα αίτια της πυρκαγιάς αποφάνθηκαν ότι ευθύνεται η καλωδίωση που είχε υποστεί βλάβη.

ένοχος, υπεύθυνος

adjectif (coupable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Après la dernière vague de cambriolages, la police a assuré à la population qu'elle attraperait les responsables.

ευθύνη

adjectif

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Elle est suffisamment adulte pour être responsable.
Είναι πλέον αρκετά ώριμη για να αναλάβει ευθύνες.

υπευθυνότητα

adjectif

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Il a prouvé qu'il était responsable en faisant les tâches sans qu'on lui demande.

υπεύθυνη εστίας

nom féminin

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Για 30 χρόνια σχεδόν ήταν υπεύθυνη στο ορφανοτροφείο.

προϊστάμενος, προϊσταμένη

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Le client n'était pas satisfait de la réponse de Natalie et a demandé à parler à son superviseur.
Ο πελάτης δεν έμεινε ικανοποιημένος από την απάντηση της Ναταλί και ζήτησε να μιλήσει στον προϊστάμενό της.

επικεφαλής

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

διευθυντής, διευθύντρια

(d'une entreprise)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Le directeur avait cinquante personnes travaillant sous ses ordres.
Ο διευθυντής (or: μάνατζερ) είχε πενήντα άτομα υπό την εποπτεία του.

συντονιστής, συντονίστρια

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
La coordinatrice du mariage s'est assuré que tout était fait à temps.

επόπτης, επόπτρια

(επίσημο)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Vous devez signaler tout cas de harcèlement à votre chef d'équipe.
Πρέπει να αναφέρεις οποιαδήποτε παρενόχληση στον επιτηρητή σου.

υπεύθυνος για κτ

επικεφαλής

(d'une équipe, d'un employé) (με γενική)

Le rédacteur en chef est responsable d'une grande équipe de journalistes.
Ο συντάκτης ηγείται μιας μεγάλης ομάδας δημοσιογράφων.

υπεύθυνος

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Lorsqu'un projet capote, il est important de savoir qui est responsable.
Όταν ένα έργο αποτυγχάνει, είναι σημαντικό να ξέρουμε ποιος φέρει την ευθύνη.

δίνω λόγο

(σε κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Elle considère n'être responsable que devant Dieu et non devant une autorité humaine, quelle qu'elle soit.

υπεύθυνα

locution adverbiale

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

δράστης, δράστρια

(εγκληματίας)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Η αστυνομία έχει δημοσιοποιήσει ένα λεπτομερές σκίτσο του δράστη.

υπεύθυνος γραφείου, διευθυντής

nom masculin

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Beaucoup d'employés détestent leur chef de bureau.

υπέυθυνο άτομο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

διευθυντής πωλήσεων

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Le chef des ventes a laissé les employés partir plus tôt.

διευθυντής καταστήματος

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Comme l''employé ne voulait pas me donner le reçu, j'ai demandé à parler au responsable du magasin (or: au gérant).

υπεύθυνος λογιστικού ελέγχου, υπεύθυνη λογιστικού ελέγχου

nom masculin et féminin

brand manager

nom masculin et féminin

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Elle est la responsable marketing pour Kleenex.

διευθύντρια αδερφότητας, διευθύντρια αδελφότητας

nom féminin (dans une université américaine)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

υπεύθυνος στέγασης, υπεύθυνη στέγασης

nom masculin et féminin

Διευθυντής Μάρκετινγκ, Διευθυντής Τμήματος Μάρκετινγκ

nom masculin et féminin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Le responsable marketing a la responsabilité de la planification et de l'exécution des campagnes de marketing.

διευθυντής παραγωγής, διευθύντρια παραγωγής

nom masculin

Lorsque le responsable de production est absent, c'est le directeur de l'usine qui établit les plannings.

συντονιστής προγράμματος, συντονίστρια προγράμματος

nom masculin

υπεύθυνος διαχείρισης έργων, υπεύθυνη διαχείρισης έργων

nom masculin

υπάλληλος οδικής ασφάλειας

nom masculin et féminin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κύριος αγοραστής, βασικός αγοραστής

nom masculin et féminin (λιανικό εμπόριο)

υπεύθυνος προμηθειών, υπεύθυνη προμηθειών

nom masculin et féminin

υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων

nom masculin

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

υψηλόβαθμος αξιωματούχος στη Σαξονική Αγγλία

nom masculin (Angleterre, IX-XIe s.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

υπεύθυνος δανείων, υπεύθυνη δανείων

nom masculin et féminin

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)

υπεύθυνος για την περίπτωση πυρκαγιάς

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.)

υπεύθυνος προσωπικού, υπεύθυνη προσωπικού

καθιστώ από κοινού υπεύθυνους

verbe transitif

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φταίω για κτ, ευθύνομαι για κτ

Ta mère est responsable de la situation.

θεωρώ κπ υπεύθυνο

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Si tu laisses les chèvres s'échapper, tu seras tenu pour responsable des dégâts dans le potager du voisin.

κατηγορώ

(κάποιον/κάτι για κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ne m'accuse pas (or: ne me blâme pas) ! Ce n'était pas ma faute !

έχω τον έλεγχο

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Je suis responsable du service communication.

θεωρώ υπεύθυνο

locution verbale

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)

θεωρώ υπεύθυνο

locution verbale

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)

που δε δίνει λόγο σε κανέναν, που δεν ελέγχεται από κανέναν

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

υπόλογος, υπεύθυνος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Le gouvernement est-il responsable de cette crise économique ?

λογοδοτώ σε κπ

ελεγκτής, ελέγκτρια

nom masculin et féminin (απόδοσης)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)

υπεύθυνος

locution verbale (για κτ)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Kyle est responsable de ses actions alors qu'il était ivre.
Ο Κάιλ είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του ενώ ήταν μεθυσμένος.

θεωρώ υπεύθυνο

locution verbale

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Je ne peux pas le tenir pour responsable de ce qui s'est produit.

θεωρώ υπεύθυνο

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)

θεωρώ κπ υπεύθυνο για κτ

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

υπεύθυνος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Ils sont tous les deux responsables du succès futur de ce projet.
Είναι από κοινού υπεύθυνοι για τη μελλοντική επιτυχία του έργου.

υπεύθυνος για κτ

που είναι υπεύθυνος για κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

θεωρώ κπ υπεύθυνο

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ευθύνομαι για

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

υποκείμενος σε κτ

Tous les résidents de l'État sont responsables devant la loi.

υπεύθυνος για κτ

Il était responsable de la distribution des invitations.

θεωρώ κπ υπεύθυνο για κτ

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

υπεύθυνος για κτ/κπ

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Je suis responsable de ma sœur durant l'absence de nos parents. Hélène est responsable de tout le service commercial.
Είμαι υπεύθυνος για την αδερφή μου όταν λείπουν οι γονείς μου.

υπεύθυνος για κτ

(coupable)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Il est responsable de ses actes.
Είναι υπεύθυνος για τα εγκλήματα που διέπραξε.

υπεύθυνος για κτ

Les vents violents sont responsables des bateaux chavirés.

που φταίει

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Je suis responsable d'avoir cassé le vase.
Εγώ ευθύνομαι για το σπάσιμο του βάζου.

υπεύθυνος

locution verbale (diriger)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Le gérant est responsable de deux magasins.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Ο διευθυντής έχει την ευθύνη δύο καταστημάτων.

δημιουργός

(problème) (με γενική)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
C'est le responsable de tous ses problèmes.

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του responsable στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.