Τι σημαίνει το spray στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης spray στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του spray στο Αγγλικά.

Η λέξη spray στο Αγγλικά σημαίνει νέφος, σπρέι, σπρέι, σύννεφο από σταγονίδια, νέφος από σταγονίδια, σύνθεση, ψεκάζω, ψεκάζω κτ/κπ με κτ, ψεκάζω, πετάγομαι, ψεκάζω, εντομοαπωθητικό σπρέυ, σπρέι μαγειρικής, σπρέι μαγειρέματος, σπρέι για τις μύγες, λακ, ρινικό σπρέυ, σπρέι πιπεριού, σπρέι αλατούχου διαλύματος, σπρέι, σπρέυ, ψεκαστήρας, σπρέι βαφής, βάφω με σπρέι, βάφω με αερογράφο, σε μορφή σπρέυ, σε σπρέυ, σπρέυ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης spray

νέφος

noun (jet of water droplets) (από σταγονίδια)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Matt gives himself a quick spray of anti-perspirant before he plays tennis.

σπρέι

noun (fine mist from a can)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The spray hit the table and Patrick rubbed it in with a cloth.
Το σπρέι έπεσε στο τραπέζι και ο Πάτρικ το έτριψε με ένα πανί.

σπρέι

noun (aerosol product)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
When it comes to deodorants, Marsha prefers sprays to roll-ons.
Σε ό,τι αφορά τα αποσμητικά, η Μάρσα προτιμά τα σπρέι από τα ρολ-ον.

σύννεφο από σταγονίδια, νέφος από σταγονίδια

noun (ocean mist)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The waves hit the rocks, sending a jet of spray into the air.
Τα κύματα χτύπησαν τις πέτρες στέλνοντας σταγονίδια στον αέρα.

σύνθεση

noun (floral arrangement)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We chose a spray of white lilies and pink roses for our mother's casket.

ψεκάζω

transitive verb (apply as a fine mist)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Liam sprayed deodorant under his arms.
Ο Λίαμ ψέκασε αποσμητικό στις μασχάλες του.

ψεκάζω κτ/κπ με κτ

transitive verb (apply a fine mist to)

Patrick sprayed the table with polish.
Ο Πάτρικ ψέκασε το τραπέζι με γυαλιστικό.

ψεκάζω

transitive verb (apply a fine mist to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Helen sprayed the cleaning product on the windows.
Η Χέλεν ψέκασε το καθαριστικό στα παράθυρα.

πετάγομαι

intransitive verb (emit a fine mist) (μέσω ψεκασμού)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Gareth pressed the button and the hair product sprayed everywhere.
Ο Γκάρεθ πάτησε το κουμπί και το προϊόν για τα μαλλιά πετάχτηκε παντού.

ψεκάζω

transitive verb (paint using an aerosol)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Amy took out the can of paint and sprayed the wall.
Η Έιμι έβγαλε το δοχείο με την μπογιά και ψέκασε τον τοίχο.

εντομοαπωθητικό σπρέυ

noun (liquid that kills insects)

σπρέι μαγειρικής, σπρέι μαγειρέματος

noun (oil dispersed finely from a can) (για λάδι)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Cooking spray keeps eggs from sticking to the pan.

σπρέι για τις μύγες

noun (insecticide in an aerosol can)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

λακ

noun (hairstyling lacquer)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
If you wear too much hair spray your hair will feel hard and crunchy.

ρινικό σπρέυ

noun (medication inhaled as spray)

σπρέι πιπεριού

noun (irritant used in aerosol weapon)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
She always carries a pepper spray in her bag when she goes out alone at night.

σπρέι αλατούχου διαλύματος

noun (aerosol for clearing sinuses) (αποσυμφόρηση μύτης)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σπρέι, σπρέυ

noun (aerosol)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The chemicals in spray cans affect the ozone layer.

ψεκαστήρας

noun (device: sprays liquid)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Spray guns are much quicker than brushes or rollers when you have a large area to paint.

σπρέι βαφής

noun (paint in aerosol form)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

βάφω με σπρέι, βάφω με αερογράφο

transitive verb (paint using an aerosol)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She spray-painted her car but it looks very blotchy.

σε μορφή σπρέυ, σε σπρέυ

adjective (substance: applied by spraying)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σπρέυ

noun (product applied by spraying)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
When it comes to deodorants, some people prefer spray-ons and others prefer roll-ons.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του spray στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του spray

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.