Τι σημαίνει το tocar στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης tocar στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του tocar στο ισπανικά.

Η λέξη tocar στο ισπανικά σημαίνει παίζω, αγγίζω, ψηλαφίζω, παίζω, παίζω, ακουμπάω, ακουμπώ, ακουμπάω, ακουμπώ, αγγίζω, ακουμπάω, ακουμπώ, θίγω, εφάπτομαι, παίζω μουσική, τέμνομαι, σκουντάω, σκουντώ, χτυπάω ελαφρά, συγκινώ βαθιά, παίζω σιγανά, πατάω με το δάχτυλο, πιέζω με το δάχτυλο, άγγιγμα, επεμβαίνω σε κτ, παίζω, παίζω, σε, παίζω, παίζω, κάνω πρόβα, παίζω, χτυπάω, χτυπώ, χτυπάω, χτυπώ, αγγίζω, ψηλαφώ, ψηλαφίζω, πιέζω, ψηλαφίζω, ψηλαφώ, αγγίζω, ακουμπώ, παίζω μουσική, σέρνομαι, ψηλαφώ, ψηλαφίζω, επόμενος, έρχομαι σε επαφή με κτ, αγγίζω, αναφέρω, θίγω, αγγίζω, τσατίζω, νευριάζω, αρχίζω να παίζω, σαλπίζω, ραπάρω, ξαναπαίζω, πιάνω, αγγίζω με τη γλώσσα, ικανός να παιχτεί, χτύπα ξύλο, πάτος, μίμηση παιξίματος κιθάρας χωρίς κιθάρα, κιθάρα, κορνάρω, χτυπάω κπ στο ευαίσθητο σημείο του, φτάνω στο τέλος,καταλήγω, κερδίζω το πρώτο βραβείο, βάζω ένα σι-ντι, παίζω μια μελωδία, παίζω τζαζ, παίζω ντραμς, παίζω βιολί, χτυπώ το κουδούνι, ακουμπώ ελαφρά, αγγίζω την καρδιά σου, αγγίζω μια ευαίσθητη χορδή, τσούζω, παίζω πιάνο, φτάνω στον πάτο, αποτελειώνω, ενοχλώ κάποιον, θίγω ένα ευαίσθητο ζήτημα, είμαι γκαντέμης, χτυπάω, χτυπώ, κορνάρω, κορνάρω, παίζω μουσική στο δρόμο, φτάνω το κατώτερο σημείο, πιέζω ελαφρά, επιβάλλεται, ξανά-παίζω, πετυχαίνω διάνα, αναφέρω, θίγω, παίζω με το αφτί, εκνευρίζω, νευριάζω, βιολί, πατάω, την κάνω λαχείο, επικοινωνώ με κπ, σταματάω, παίζω ένα riff, πιέζω ελαφρά, πατάω ελαφρά, φτάνω την κορυφή, κάνω ελάττωση, αγγίζω με το πόδι, σκουντάω με το πόδι, παίζω βιολί, παίζω μουσική πατώντας το μαλακό πεντάλ, αγγίζω, χτυπάω, πατάω, συνοδεύω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης tocar

παίζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Toca el piano y la guitarra.
Παίζει πιάνο και κιθάρα.

αγγίζω, ψηλαφίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ella tocó la blusa para sentir la tela.
Άγγιξε (or: ψηλάφισε) την μπλούζα για να νιώσει το ύφασμα.

παίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Toca otra sonata de Beethoven.
Παίξε άλλη μια σονάτα του Μπετόβεν.

παίζω

verbo transitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le gusta el violín. Lo toca todo el día.

ακουμπάω, ακουμπώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La mesa toca la pared.

ακουμπάω, ακουμπώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mueve el sofá hacia atrás para que toque la pared.

αγγίζω, ακουμπάω, ακουμπώ

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El niño no había tocado la comida.

θίγω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Este artículo no toca los problemas de Sudán.

εφάπτομαι

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La línea toca el círculo en el punto "A".

παίζω μουσική

verbo transitivo (música)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

τέμνομαι

(matemática)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

σκουντάω, σκουντώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Charlotte tocó a Adam para llamar su atención.
Η Σάρλοτ σκούντησε τον Άνταμ για να την προσέξει.

χτυπάω ελαφρά

(béisbol)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

συγκινώ βαθιά

verbo transitivo (figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παίζω σιγανά

verbo transitivo

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πατάω με το δάχτυλο, πιέζω με το δάχτυλο

verbo transitivo

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ben tocó la parte de arriba de la torta para ver si estaba lista.
Ο Μπεν πίεσε το πάνω μέρος του κέικ με το δάκτυλο για να δει αν ήταν έτοιμο.

άγγιγμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Puedes mirar a los animales pero recuerda: ¡no tocar!
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Τα βρέφη δεν αναπτύσσονται φυσιολογικά χωρίς το άγγιγμα της μητέρας τους.

επεμβαίνω σε κτ

verbo transitivo

Por favor, no toques los ajustes de mi ordenador, los tengo exactamente como yo quiero.
Σε παρακαλώ μην πειράζεις τις ρυθμίσεις στον υπολογιστή μου γιατί τις έχω όπως ακριβώς τις θέλω.

παίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Cómo tocas un acorde de la en la guitarra?
Πώς παίζεις μια χορδή Α στην κιθάρα;

παίζω

verbo transitivo (en gaita)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El gaitista tocó una nota en la gaita.

σε

verbo transitivo

Siempre me toca a mí tener que solucionar estos problemas.
Πάντα πέφτει πάνω μου η ευθύνη να λύσω αυτά τα προβλήματα.

παίζω

verbo transitivo (instrumento de viento)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El trompetista tocó alto y con fuerza.

παίζω

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El grupo de mi hermano toca en Londres esta tarde.

κάνω πρόβα

verbo intransitivo (instrumento) (μουσική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παίζω

verbo transitivo (instrumento, bocina)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El flautista tocó una dulce melodía.

χτυπάω, χτυπώ

(σιγανά, ως κάλεσμα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El párroco subió las escaleras de la torre y empezó a tocar la campana.

χτυπάω, χτυπώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Larry tocó la puerta.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Να χτυπήσεις συνθηματικά τρεις φορές για να ξέρω ότι είσαι εσύ.

αγγίζω, ψηλαφώ, ψηλαφίζω

(con suavidad)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ella palpó la tela suavemente apreciando su calidad.
Άγγιξε απαλά το ύφασμα για να δει την ποιότητά του.

πιέζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Pulsó el botón del timbre de la puerta.
Πίεσε το κουμπί για να χτυπήσει το κουδούνι.

ψηλαφίζω, ψηλαφώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ella palpó debajo del sofá, pero no encontró el bolígrafo.

αγγίζω, ακουμπώ

(ακουμπώ απαλά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La bola blanca estaba justo rozando la bola ocho.
Η λευκή μπάλα μόλις που ακουμπούσε (or: χάιδευε) τη μαύρη μπάλα.

παίζω μουσική

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mi vecino y yo a veces nos reunimos para tocar música; él toca la flauta y yo el piano.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ο γείτονάς μου και εγώ μερικές φορές συναντιόμαστε και παίζουμε μουσική, αυτός φλάουτο και εγώ πιάνο.

σέρνομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
No sabía que mi bufanda estaba rozando el suelo. ¡Ahora está sucia!
Δεν ήξερα πως το κασκόλ μου σερνόταν στο πάτωμα. Τώρα είναι μέσα στη βρώμα!

ψηλαφώ, ψηλαφίζω

(εξερευνώ με την αφή)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Palpó el paño para ver cuan bueno era.
Χάιδεψε το ύφασμα για να ελέγξει την ποιότητά του.

επόμενος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
¿Quién es el siguiente?
Ποιος έχει σειρά;

έρχομαι σε επαφή με κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Me sale sarpullido si mi piel está en contacto con níquel durante mucho tiempo.

αγγίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Él le tocó el hombro.
Την άγγιξε στον ώμο.

αναφέρω, θίγω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αγγίζω

(persona) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡No la toques o te mato!

τσατίζω, νευριάζω

(AR, coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Ese tipo realmente me saca!
Αυτός ο τύπος πραγματικά με τσατίζει!

αρχίζω να παίζω

(figurado, pieza)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La orquesta atacó los primeros compases de un festivo vals.
Η ορχήστρα άρχισε να παίζει ένα χαρούμενο βαλς.

σαλπίζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La banda trompeteó calle abajo.
Η φιλαρμονική ορχήστρα σάλπιζε κατεβαίνοντας τον δρόμο.

ραπάρω

(ανεπίσημο)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Dan estaba rapeando en el escenario.
Ο Νταν ράπαρε πάνω στη σκηνή.

ξαναπαίζω

(música)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El pianista repitió la pieza.

πιάνω

(juego infantil) (στο κυνηγητό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
John pilló a Andrew y este pilló a Paula.

αγγίζω με τη γλώσσα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Después de la pelea, el joven se lengüeteó los dientes para asegurarse de que estaban todos ahí.

ικανός να παιχτεί

(deporte)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

χτύπα ξύλο

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πάτος

expresión (figurado)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Toqué fondo después de que mi mujer me abandonara.

μίμηση παιξίματος κιθάρας χωρίς κιθάρα

locución nominal femenina

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κιθάρα

locución verbal

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κορνάρω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Toca bocina si el otro coche no se mueve.

χτυπάω κπ στο ευαίσθητο σημείο του

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Su divorcio lo tocó donde más le duele: en la billetera.
Το διαζύγιο τον χτύπησε στο ευαίσθητο σημείο του: το πορτοφόλι του.

φτάνω στο τέλος,καταλήγω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Todo lo bueno llega a su fin.

κερδίζω το πρώτο βραβείο

locución verbal (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Jugaba a las tragamonedas todas las noches pero todavía no le tocó el gordo.

βάζω ένα σι-ντι

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παίζω μια μελωδία

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Susana me enseñó a tocar una melodía en el piano.
Η Σούζαν με δίδαξε να παίζω μια μελωδία στο πιάνο.

παίζω τζαζ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παίζω ντραμς

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Francisco toca la batería en el grupo "Centinelas".

παίζω βιολί

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Toca el violín en la orquesta.
Παίζει βιολί στην ορχήστρα.

χτυπώ το κουδούνι

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Están tocando el timbre! ¿Quién puede ir a abrir?

ακουμπώ ελαφρά

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αγγίζω την καρδιά σου

locución verbal (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Me tocó la fibra sensible con su hermoso poema.

αγγίζω μια ευαίσθητη χορδή

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Su discurso tocó la fibra sensible de los votantes en paro.

τσούζω

(coloquial, figura) (μτφ, καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Aunque no estaba hablando de mí, sus comentarios sobre ser empático con tus hijos me tocaron profundamente.

παίζω πιάνο

locución verbal

φτάνω στον πάτο

locución verbal (figurado) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αποτελειώνω

locución verbal (μεταφορικά: ηθικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ενοχλώ κάποιον

(figurado, coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

θίγω ένα ευαίσθητο ζήτημα

(figurado)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

είμαι γκαντέμης

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

χτυπάω, χτυπώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lucía tocó la puerta y esperó.
Η Λούσι χτύπησε την πόρτα και περίμενε να της απαντήσουν.

κορνάρω

(οχήματα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
¿Quién está tocando la bocina detrás de mí?

κορνάρω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Alguien tocó la bocina cuando giré a la derecha, pero no hice nada mal.

παίζω μουσική στο δρόμο

(για χρήματα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φτάνω το κατώτερο σημείο

locución verbal

Parece que la recesión ya tocó fondo y ahora ya estamos viendo una mejora en las condiciones económicas.
Φαίνεται ότι η ύφεση έφτασε στο κατώτερο σημείο και τώρα βλέπουμε μια βελτίωση στις οικονομικές συνθήκες. Οι ναρκομανείς μπορεί να πρέπει να πιάσουν πάτο πριν αποδεχθούν ότι χρειάζονται βοήθεια.

πιέζω ελαφρά

No frotes el lente de la cámara: tócalo suavemente con un trapo.

επιβάλλεται

(πρέπει)

(απρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.)

ξανά-παίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A mi esposa realmente le gusta ese tema, le voy a pedir a la banda que lo toque de nuevo antes de que nos vayamos.

πετυχαίνω διάνα

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ver una foto de sí misma tocó la fibra sensible de Ruth respecto a su problema de peso.

αναφέρω, θίγω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Su clase no mencionó (or: tocó) de pasada los detalles de contabilidad.
Η διάλεξή της δεν ανέφερε (or: έθιξε) τις λεπτομέρειες της λογιστικής. Η δασκάλα ανέφερε κάθε ένα θέμα που εξετάστηκε.

παίζω με το αφτί

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Leo música bastante bien, pero me cuesta mucho tocarla de oído.

εκνευρίζω, νευριάζω

(coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Era un hombre grande, así que no quería sacarlo de sus casillas.
Ήταν μεγάλος άνθρωπος. Δεν ήθελα, λοιπόν, να τον εκνευρίσω (or: νευριάσω).

βιολί

locución verbal

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A Susan se le da bien tocar el violín y bailar.

πατάω

(την κόρνα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Deberías tocar la bocina si alguien se mete delante de ti!

την κάνω λαχείο

locución verbal (figurado) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¡Una habitación tan linda por un precio tan bajo! ¡Realmente nos tocó la lotería esta vez!

επικοινωνώ με κπ

Ponte en contacto conmigo en unas semanas para poder ver cómo avanza el proyecto.
Επικοινώνησε μαζί μου σε μερικές εβδομάδες για να δω πως προχωράει το πρότζεκτ.

σταματάω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

παίζω ένα riff

(música, general)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πιέζω ελαφρά, πατάω ελαφρά

La niña tocaba suavemente su herida con cuidado.

φτάνω την κορυφή

locución verbal (coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El mercado de valores tocó techo a mediados de abril, y ha estado cayendo desde entonces.

κάνω ελάττωση

(música)

Tom tocó el tono en bemol por un semitono.

αγγίζω με το πόδι, σκουντάω με το πόδι

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El gato estaba golpeando con la pata al ratón, molesto porque ya no quería jugar.
Η γάτα άγγιζε με το πόδι της το ποντίκι, ενοχλημένη που δεν έπαιζε άλλο.

παίζω βιολί

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
A Dan le gustaba sentarse bajo el árbol a tocar el violín en vez de trabajar.
Στον Νταν άρεσε να κάθεται κάτω από ένα δέντρο και να παίζει βιολί αντί να δουλεύει.

παίζω μουσική πατώντας το μαλακό πεντάλ

(música)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αγγίζω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mark tocó con el pulgar el material, sintiendo su cualidad.
Ο Μαρκ άγγιξε το υλικό για να δει την ποιότητά του.

χτυπάω, πατάω

(την κόρνα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los conductores atrapados en el embotellamiento sonaban el claxon por frustración.

συνοδεύω

(música)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Un pianista acompañó al cantante de jazz.
Ένας πιανίστας συνόδευε τον τραγουδιστή της τζαζ.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του tocar στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.