Τι σημαίνει το todo στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης todo στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του todo στο ισπανικά.

Η λέξη todo στο ισπανικά σημαίνει όλος, όλος, όλα, όλα, αρχή και τέλος, όλο το πακέτο, καθετί, όλα, συνολικότητα, το οποίο, το παν, όλος, κάθε, το παν, όλοι, σύνολο, όλος, σύνολο, -, όλος, ολόκληρος, όλος, ιν, τέρμα, κάθε, ολόκληρος, όλος, όλος, ολόκληρος, κάθε, εντελώς, παντελώς, κατά τη διάρκεια, σταθερός, ακλόνητος, αμετακίνητος, ακατανόητος, ασύγκριτος, μοιάζω με, ορμώ, χιμάω, ατελείωτος, με τα χίλια, κοκέτα, ισόβιος, παλιός, που τρέχει, επικίνδυνος, που καλύπτει όλη την πόλη, που εξυπηρετεί όλη την πόλη,που πιάνει όλη την πόλη, ολονύχτιος, σε όλο το κατάστημα, σε ολόκληρο το κατάστημα, απόλυτα σωστός, μακροχρόνιος, μακρόχρονος, κάθε είδους, κάθε λογής, κάθε είδους, κάθε λογής, πολύ καλός, υπεράνω κάθε υποψίας, ποικίλος, πολυειδής, παντός καιρού, πέραν αμφιβολίας, πέραν αμφιβολίας, πέραν πάσης υποψίας, άκυρος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης todo

όλος

pronombre

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Alguien se comió todos los chocolates.
Κάποιος έφαγε όλες τις σοκολάτες.

όλος

pronombre

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Me gasté todo el dinero.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Όλοι οι συμμαθητές του πήγαν στο πάρτι.

όλα

pronombre

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Es medianoche y todo está tranquilo.
Είναι μεσάνυχτα και τα πάντα είναι ήσυχα.

όλα

nombre masculino

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Tuve que comprar todo para conseguir el sombrero verde.

αρχή και τέλος

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Eso es todo, no voy a seguir discutiendo.

όλο το πακέτο

(καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No iba a comer nada más por el resto del día así que fui por todo: salchichas, panceta, huevos fritos, champiñones, y tomates.

καθετί

pronombre

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Este negocio tiene todo en ropa y equipo deportivo.

όλα

pronombre

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Todo salió mal.
Τα πάντα πήγαν στραβά.

συνολικότητα

(όλος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Fue profesor durante toda su carrera.

το οποίο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Greg le robó el bolso a su hermana y le mintió a sus padres, todo indica que no puedes confiar en él.

το παν

nombre masculino

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
La ubicación lo es todo cuando se compra una casa.
Η τοποθεσία είναι το παν για την αγορά ενός σπιτιού.

όλος

adjetivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Derramó toda la sopa en el suelo.
Έχυσε όλη τη σούπα στο πάτωμα.

κάθε

adjetivo

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Les dimos todas las posibilidades de disculparse.
Τους δώσαμε κάθε δυνατή ευκαιρία να ζητήσουν συγγνώμη.

το παν

nombre masculino

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Amo a mi esposa. Ella es todo para mí.
Αγαπώ τη γυναίκα μου. Είναι το παν για μένα!

όλοι

adjetivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Todos estos libros tienen que venderse.
Πρέπει να πουληθούν όλα αυτά τα βιβλία.

σύνολο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Toda la empresa estará allí para la ceremonia.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ολάκερο το χωρίο πήγε στην εκκλησία.

όλος

(σύνολο: χρόνος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He estado esperando toda la tarde.
Περιμένω όλο το απόγευμα.

σύνολο

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El todo es más que la suma de sus partes.
Το σύνολο είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του.

-

adjetivo (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Deberías echarle un vistazo a todo el informe antes de firmarlo.
Πρέπει να ελέγξεις την αναφορά πριν την υπογράψεις.

όλος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Él roncó durante toda la obra.
Ροχάλιζε σε όλη την παράσταση.

ολόκληρος, όλος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Toda la audiencia se levantó para aplaudir.
Ολόκληρο (or: Όλο) το κοινό σηκώθηκε για να χειροκροτήσει.

ιν

adjetivo (coloquial)

(άκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

τέρμα

adverbio (náutica)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Ve todo a babor y asegúrate de que todo esté bien.

κάθε

(ένας ξεχωριστά)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Cada niño debe aprender a leer.
Όλα τα παιδιά πρέπει να μάθουν να διαβάζουν.

ολόκληρος, όλος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Se comió una manzana entera.
Έφαγε ολόκληρο (or: όλο) το μήλο.

όλος, ολόκληρος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Hemos pagado el importe total.
Πληρώσαμε το συνολικό ποσό.

κάθε

(negación)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Sin ninguna duda, ella es la mejor empleada que tenemos.
Πέρα από κάθε αμφιβολία, είναι η καλύτερη υπάλληλος που έχουμε.

εντελώς, παντελώς

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Él entró completamente cubierto de lodo.
Ήρθε εντελώς (or: παντελώς) καλυμμένος από λάσπη.

κατά τη διάρκεια

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Estuve escribiendo correos electrónicos durante la tarde.
Έγραφα email όλο το βράδυ.

σταθερός, ακλόνητος, αμετακίνητος

(σε απόψεις, πιστεύω κλπ)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ακατανόητος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
La teoría cuántica era incomprensible para Simón.
Η κβαντική θεωρία ήταν ακατανόητη για τον Σάιμον. Αδυνατώ να καταλάβω τι του βρίσκει!

ασύγκριτος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
La dulzura de su voz es incomparable.

μοιάζω με

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¡Pareces una mujer enamorada!

ορμώ, χιμάω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Jeffrey se lanzó a través de la tienda.

ατελείωτος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Mis hijas adolescentes me causan problemas constantes.

με τα χίλια

(figurado) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
"¿De qué equipo eres?" "Del Manchester United, ¡siempre!"
«Τι ομάδα είσαι στο ποδόσφαιρο;» «Manchester United με τα χίλια!»

κοκέτα

(voz inglesa, coloquial) (για γυναίκα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Alina es muy fashion. Nunca la verás en el estilo de una temporada pasada.

ισόβιος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El matrimonio debería entenderse como un compromiso de toda la vida.
Ο γάμος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ισόβια δέσμευση.

παλιός

(coloquial)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Los Johnson son nuestros amigos de toda la vida.

που τρέχει

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Nadie miró bien al auto que se movía velozmente porque iba demasiado rápido.

επικίνδυνος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

που καλύπτει όλη την πόλη, που εξυπηρετεί όλη την πόλη,που πιάνει όλη την πόλη

locución adverbial

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ο δήμαρχος υποσχέθηκε ασύρματη σύνδεση στο διαδίκτυο που θα εξυπηρετεί όλη την πόλη.

ολονύχτιος

locución adjetiva

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

σε όλο το κατάστημα, σε ολόκληρο το κατάστημα

locución adjetiva

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

απόλυτα σωστός

(απάντηση)

¿Cómo supiste esa respuesta? ¡Tenías toda la razón! Tenías toda la razón sobre ese tipo, es un raro.

μακροχρόνιος, μακρόχρονος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Dan y Adam tienen una relación comercial de larga duración: han trabajado juntos por años.

κάθε είδους, κάθε λογής

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
A mis comederos vienen pájaros de toda clase.

κάθε είδους, κάθε λογής

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La tienda vende pasteles de toda clase.

πολύ καλός

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Jackie era toda una bailarina cuando era joven.

υπεράνω κάθε υποψίας

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Algunos dirían que los políticos están libres de sospecha. Otros argumentarían lo contrario con fervor.

ποικίλος, πολυειδής

locución adjetiva

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Plantaré toda clase de flores esta primavera para ver cuál sobrevive.

παντός καιρού

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Este invierno me he comprado 4 ruedas nuevas para toda temporada para mi coche.

πέραν αμφιβολίας

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Su integridad está más allá de toda cuestión.

πέραν αμφιβολίας, πέραν πάσης υποψίας

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Su inocencia quedó demostrada más allá de cualquier sospecha.

άκυρος

(derecho)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του todo στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του todo

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.