Τι σημαίνει το toque στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης toque στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του toque στο ισπανικά.

Η λέξη toque στο ισπανικά σημαίνει παίζω, αγγίζω, ψηλαφίζω, παίζω, παίζω, ακουμπάω, ακουμπώ, ακουμπάω, ακουμπώ, αγγίζω, ακουμπάω, ακουμπώ, θίγω, εφάπτομαι, παίζω μουσική, τέμνομαι, σκουντάω, σκουντώ, χτυπάω ελαφρά, συγκινώ βαθιά, παίζω σιγανά, πατάω με το δάχτυλο, πιέζω με το δάχτυλο, άγγιγμα, επεμβαίνω σε κτ, παίζω, παίζω, σε, παίζω, παίζω, κάνω πρόβα, παίζω, χτυπάω, χτυπώ, χτυπάω, χτυπώ, αγγίζω, ψηλαφώ, ψηλαφίζω, πιέζω, ψηλαφίζω, ψηλαφώ, αγγίζω, ακουμπώ, άγγιγμα, πινελιά, ταλέντο, υφή, αίσθηση, λίγος, προσκλητήριο σάλπισμα, μικροατύχημα, bunt, μικρή πινελιά, λάμψη, ήχος, σκούντημα, σκούντημα, νότα, μια ιδέα, μια σταλιά, τζούρα, -, πιτσιλιά, τηλέφωνο, σήμα, τηλέφωνο, τηλεφώνημα, αγγίζω, αναφέρω, θίγω, αγγίζω, τσατίζω, νευριάζω, αρχίζω να παίζω, σαλπίζω, ραπάρω, ξαναπαίζω, πιάνω, αγγίζω με τη γλώσσα, ικανός να παιχτεί, χτύπα ξύλο, πάτος, μίμηση παιξίματος κιθάρας χωρίς κιθάρα, κιθάρα, κορνάρω, χτυπάω κπ στο ευαίσθητο σημείο του, φτάνω στο τέλος,καταλήγω, κερδίζω το πρώτο βραβείο, βάζω ένα σι-ντι, παίζω μια μελωδία, παίζω τζαζ, παίζω ντραμς, παίζω βιολί, χτυπώ το κουδούνι, ακουμπώ ελαφρά, αγγίζω την καρδιά σου, αγγίζω μια ευαίσθητη χορδή, τσούζω, παίζω πιάνο, φτάνω στον πάτο, αποτελειώνω, ενοχλώ κάποιον, θίγω ένα ευαίσθητο ζήτημα, είμαι γκαντέμης, χτυπάω, χτυπώ, κορνάρω, κορνάρω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης toque

παίζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Toca el piano y la guitarra.
Παίζει πιάνο και κιθάρα.

αγγίζω, ψηλαφίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ella tocó la blusa para sentir la tela.
Άγγιξε (or: ψηλάφισε) την μπλούζα για να νιώσει το ύφασμα.

παίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Toca otra sonata de Beethoven.
Παίξε άλλη μια σονάτα του Μπετόβεν.

παίζω

verbo transitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le gusta el violín. Lo toca todo el día.

ακουμπάω, ακουμπώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La mesa toca la pared.

ακουμπάω, ακουμπώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mueve el sofá hacia atrás para que toque la pared.

αγγίζω, ακουμπάω, ακουμπώ

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El niño no había tocado la comida.

θίγω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Este artículo no toca los problemas de Sudán.

εφάπτομαι

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La línea toca el círculo en el punto "A".

παίζω μουσική

verbo transitivo (música)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

τέμνομαι

(matemática)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

σκουντάω, σκουντώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Charlotte tocó a Adam para llamar su atención.
Η Σάρλοτ σκούντησε τον Άνταμ για να την προσέξει.

χτυπάω ελαφρά

(béisbol)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

συγκινώ βαθιά

verbo transitivo (figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παίζω σιγανά

verbo transitivo

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πατάω με το δάχτυλο, πιέζω με το δάχτυλο

verbo transitivo

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ben tocó la parte de arriba de la torta para ver si estaba lista.
Ο Μπεν πίεσε το πάνω μέρος του κέικ με το δάκτυλο για να δει αν ήταν έτοιμο.

άγγιγμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Puedes mirar a los animales pero recuerda: ¡no tocar!
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Τα βρέφη δεν αναπτύσσονται φυσιολογικά χωρίς το άγγιγμα της μητέρας τους.

επεμβαίνω σε κτ

verbo transitivo

Por favor, no toques los ajustes de mi ordenador, los tengo exactamente como yo quiero.
Σε παρακαλώ μην πειράζεις τις ρυθμίσεις στον υπολογιστή μου γιατί τις έχω όπως ακριβώς τις θέλω.

παίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Cómo tocas un acorde de la en la guitarra?
Πώς παίζεις μια χορδή Α στην κιθάρα;

παίζω

verbo transitivo (en gaita)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El gaitista tocó una nota en la gaita.

σε

verbo transitivo

Siempre me toca a mí tener que solucionar estos problemas.
Πάντα πέφτει πάνω μου η ευθύνη να λύσω αυτά τα προβλήματα.

παίζω

verbo transitivo (instrumento de viento)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El trompetista tocó alto y con fuerza.

παίζω

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El grupo de mi hermano toca en Londres esta tarde.

κάνω πρόβα

verbo intransitivo (instrumento) (μουσική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παίζω

verbo transitivo (instrumento, bocina)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El flautista tocó una dulce melodía.

χτυπάω, χτυπώ

(σιγανά, ως κάλεσμα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El párroco subió las escaleras de la torre y empezó a tocar la campana.

χτυπάω, χτυπώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Larry tocó la puerta.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Να χτυπήσεις συνθηματικά τρεις φορές για να ξέρω ότι είσαι εσύ.

αγγίζω, ψηλαφώ, ψηλαφίζω

(con suavidad)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ella palpó la tela suavemente apreciando su calidad.
Άγγιξε απαλά το ύφασμα για να δει την ποιότητά του.

πιέζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Pulsó el botón del timbre de la puerta.
Πίεσε το κουμπί για να χτυπήσει το κουδούνι.

ψηλαφίζω, ψηλαφώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ella palpó debajo del sofá, pero no encontró el bolígrafo.

αγγίζω, ακουμπώ

(ακουμπώ απαλά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La bola blanca estaba justo rozando la bola ocho.
Η λευκή μπάλα μόλις που ακουμπούσε (or: χάιδευε) τη μαύρη μπάλα.

άγγιγμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Su toque la reconfortó.
Το άγγιγμά του την παρηγόρησε.

πινελιά

nombre masculino (μεταφορικά: στιλ)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El diseñador de Milán añadió un toque italiano a la habitación.
Ο σχεδιαστής από το Μιλάνο προσέθεσε μια ιταλική πινελιά στο δωμάτιο.

ταλέντο

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tiene un buen toque de balón de fútbol.
Έχει ταλέντο στο ποδόσφαιρο.

υφή, αίσθηση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A muchas personas les gusta el toque de la seda.

λίγος

nombre masculino

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
John se ha quedado en casa porque tenía un toque de fiebre.

προσκλητήριο σάλπισμα

(militar)

μικροατύχημα

nombre masculino (coloquial)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Era sólo un toque, pero el daño seguía siendo caro de reparar.

bunt

nombre masculino (béisbol)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

μικρή πινελιά

nombre masculino (μεταφορικά)

λάμψη

(figurado) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Suma un fino toque de humor al diálogo de otra manera aburrido.
Προσθέτει λίγη πνευματώδη λάμψη στον κατά τ' άλλα βαρετό διάλογο.

ήχος

nombre masculino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Todos saltaron de sorpresa con el toque de la trompeta.
Όλοι αναπήδησαν από την έκπληξη όταν άκουσαν τον ήχο της τρομπέτας.

σκούντημα

(ES, coloquial)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Wendy le dio un toque a Bill y lo despertó.
Το σκούντημα της Γουέντυ ξύπνησε τον Μπιλ.

σκούντημα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Any tiene veinte toques en Facebook.
Η Έιμι έχει είκοσι σκουντήματα στο Facebook.

νότα

nombre masculino (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La salsa tiene un toque de nuez, ¿no crees?

μια ιδέα, μια σταλιά

nombre masculino

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
La tarta de manzana tenía un toque de canela.

τζούρα

(CR) (εισπνοή μαριχουάνας)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

-

(figurado) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Había un hilo de humor a través de todo su discurso.
Σε όλη την ομιλία του υπήρχε μια δόση χιούμορ.

πιτσιλιά

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
John abrió el grifo demasiado y su camiseta acabó llena de salpicones de agua.
Ο Τζον γύρισε τη βρύση πολύ δυνατά και το πουκάμισό του κατέληξε γεμάτο πιτσιλιές νερού.

τηλέφωνο

(καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Hazme una llamada cuando vayas a salir de casa.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Όταν κοίταξα το κινητό μου, είδα ότι είχα αρκετές αναπάντητες κλήσεις.

σήμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El aviso de Joanna indicaba que estaba lista para salir.

τηλέφωνο, τηλεφώνημα

(coloquial)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Acabo de recibir una telefonazo de tu papá, quiere que lo llames enseguida.

αγγίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Él le tocó el hombro.
Την άγγιξε στον ώμο.

αναφέρω, θίγω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αγγίζω

(persona) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡No la toques o te mato!

τσατίζω, νευριάζω

(AR, coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Ese tipo realmente me saca!
Αυτός ο τύπος πραγματικά με τσατίζει!

αρχίζω να παίζω

(figurado, pieza)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La orquesta atacó los primeros compases de un festivo vals.
Η ορχήστρα άρχισε να παίζει ένα χαρούμενο βαλς.

σαλπίζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La banda trompeteó calle abajo.
Η φιλαρμονική ορχήστρα σάλπιζε κατεβαίνοντας τον δρόμο.

ραπάρω

(ανεπίσημο)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Dan estaba rapeando en el escenario.
Ο Νταν ράπαρε πάνω στη σκηνή.

ξαναπαίζω

(música)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El pianista repitió la pieza.

πιάνω

(juego infantil) (στο κυνηγητό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
John pilló a Andrew y este pilló a Paula.

αγγίζω με τη γλώσσα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Después de la pelea, el joven se lengüeteó los dientes para asegurarse de que estaban todos ahí.

ικανός να παιχτεί

(deporte)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

χτύπα ξύλο

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πάτος

expresión (figurado)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Toqué fondo después de que mi mujer me abandonara.

μίμηση παιξίματος κιθάρας χωρίς κιθάρα

locución nominal femenina

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κιθάρα

locución verbal

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κορνάρω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Toca bocina si el otro coche no se mueve.

χτυπάω κπ στο ευαίσθητο σημείο του

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Su divorcio lo tocó donde más le duele: en la billetera.
Το διαζύγιο τον χτύπησε στο ευαίσθητο σημείο του: το πορτοφόλι του.

φτάνω στο τέλος,καταλήγω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Todo lo bueno llega a su fin.

κερδίζω το πρώτο βραβείο

locución verbal (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Jugaba a las tragamonedas todas las noches pero todavía no le tocó el gordo.

βάζω ένα σι-ντι

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παίζω μια μελωδία

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Susana me enseñó a tocar una melodía en el piano.
Η Σούζαν με δίδαξε να παίζω μια μελωδία στο πιάνο.

παίζω τζαζ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παίζω ντραμς

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Francisco toca la batería en el grupo "Centinelas".

παίζω βιολί

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Toca el violín en la orquesta.
Παίζει βιολί στην ορχήστρα.

χτυπώ το κουδούνι

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Están tocando el timbre! ¿Quién puede ir a abrir?

ακουμπώ ελαφρά

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αγγίζω την καρδιά σου

locución verbal (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Me tocó la fibra sensible con su hermoso poema.

αγγίζω μια ευαίσθητη χορδή

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Su discurso tocó la fibra sensible de los votantes en paro.

τσούζω

(coloquial, figura) (μτφ, καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Aunque no estaba hablando de mí, sus comentarios sobre ser empático con tus hijos me tocaron profundamente.

παίζω πιάνο

locución verbal

φτάνω στον πάτο

locución verbal (figurado) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αποτελειώνω

locución verbal (μεταφορικά: ηθικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ενοχλώ κάποιον

(figurado, coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

θίγω ένα ευαίσθητο ζήτημα

(figurado)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

είμαι γκαντέμης

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

χτυπάω, χτυπώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lucía tocó la puerta y esperó.
Η Λούσι χτύπησε την πόρτα και περίμενε να της απαντήσουν.

κορνάρω

(οχήματα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
¿Quién está tocando la bocina detrás de mí?

κορνάρω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Alguien tocó la bocina cuando giré a la derecha, pero no hice nada mal.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του toque στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.