Τι σημαίνει το write off στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης write off στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του write off στο Αγγλικά.

Η λέξη write off στο Αγγλικά σημαίνει διαγράφω, θεωρώ κτ ως κτ και το διαγράφω, ξεγράφω, θεωρώ κπ ως κτ και τον ξεγράφω, σαραβαλιάζω, σμπαραλιάζω, αγνοώ, παραβλέπω, γράφω για να ζητήσω κτ, διαγραφή χρέους, ξεγραμμένος, τελειωμένος, σαράβαλο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης write off

διαγράφω

phrasal verb, transitive, separable (record as total loss) (κυριολεκτικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We're going to have to write off the warehouse that burnt down.
Πρέπει να ξεχάσουμε την αποθήκη πού κάηκε.

θεωρώ κτ ως κτ και το διαγράφω

verbal expression (record as total loss) (κυριολεκτικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If someone owes you money and they do not pay it, you can cancel the debt and write it off as a loss for your business.
Εάν κάποιος σου χρωστάει χρήματα και δεν στα δίνει μπορείς να διαγράψεις το χρέος και να το θεωρήσεις ζημιά για την επιχείρηση σου.

ξεγράφω

phrasal verb, transitive, separable (figurative, informal (consider a failure) (μεταφορικά, ανεπίσημο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Even though he did so poorly on the exam, I wasn't going to write him off completely.
Παρόλο που πήγε πολύ άσχημα στο διαγώνισμα δεν θα τον ξέγραφα εντελώς.

θεωρώ κπ ως κτ και τον ξεγράφω

verbal expression (figurative, informal (consider a failure)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Alison's teachers had written her off as a failure.
Οι δάσκαλοι της Άλισον τη θεωρούσαν αποτυχημένη και την είχαν ξεγράψει.

σαραβαλιάζω, σμπαραλιάζω

phrasal verb, transitive, separable (UK, informal (car, vehicle: completely wreck) (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Brian had an accident and he wrote his car off.
Ο Μπράιαν είχε ένα ατύχημα και σαραβάλιασε το αυτοκίνητό του.

αγνοώ, παραβλέπω

phrasal verb, transitive, separable (figurative, informal (discount, dismiss)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We can certainly write off his opinion: he never knows what he's talking about!
Μπορούμε σίγουρα να αγνοήσουμε την άποψή του, ποτέ δεν ξέρει τι λέει!

γράφω για να ζητήσω κτ

(send, apply for [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I think I'll write off for that new book I saw on Amazon.
Νομίζω ότι θα ζητήσω γραπτώς εκείνο το καινούριο βιβλίο που είδα στο Άμαζον.

διαγραφή χρέους

noun (finance: cancellation of bad debt)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ξεγραμμένος, τελειωμένος

noun (UK, informal ([sth]: cannot be salvaged) (μεταφορικά)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Olga's mobile phone was a write-off after she dropped it in the bath.

σαράβαλο

noun (UK, informal (wrecked car) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Deirdre's car was a write-off after the accident.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του write off στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του write off

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.