Τι σημαίνει το writer στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης writer στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του writer στο Αγγλικά.

Η λέξη writer στο Αγγλικά σημαίνει συγγραφέας, συντάκτης, συντάκτρια, γράφω, κειμενογράφος, ανεξάρτητος συγγραφέας, ανεξάρτητη συγγραφέας, αφανής συγγραφέας, στιχουργός, συγγραφέας ιατρικών κειμένων, συντάκτης ειδήσεων, συγγραφέας διηγημάτων, τραγουδοποιός, δημοσιογράφος που πληρώνεται με τη λέξη, συντάκτης ομιλιών, συντάκτρια ομιλιών, μόνιμος συντάκτης, μόνιμη συντάκτρια, συγγραφέας, συντάκτης τεχνικών κειμένων, συντάκτρια τεχνικών κειμένων, συγγραφέας ταξιδιωτικών βιβλίων, συγγραφέας ταξιδιωτικών οδηγών. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης writer

συγγραφέας

noun (author) (λογοτεχνία)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
Stephen King is a famous writer.
Ο Στίβεν Κινγκ είναι ένας διάσημος συγγραφέας.

συντάκτης, συντάκτρια

noun (journalist)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
This writer's articles are biased.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο γράφων φαίνεται να διαφωνεί με την πολιτική της κυβέρνησης.

γράφω

noun (scribe)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Who was the writer of this note?
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ποιος είναι ο συντάκτης της επιστολής που έλαβες;

κειμενογράφος

noun (publicity material, etc.: writer) (διαφημίσεων)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
The copywriter came up with some exciting blurb for the back of the book.

ανεξάρτητος συγγραφέας, ανεξάρτητη συγγραφέας

noun (writer: self-employed)

Roger hired a freelance writer to write some articles for him.

αφανής συγγραφέας

noun (author who writes for [sb] else)

The politician is employing a ghost writer to write her autobiography.

στιχουργός

noun ([sb] who writes words to music)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)

συγγραφέας ιατρικών κειμένων

noun (author of health or pharmaceutical documents)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

συντάκτης ειδήσεων

noun (journalist who writes the news)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

συγγραφέας διηγημάτων

noun (author of short fiction)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.)
Edgar Allan Poe was a famous 19th-century American short story writer.

τραγουδοποιός

noun (composer of songs) (συνθέτης τραγουδιών)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
An up-and-coming songwriter will perform at the festival.

δημοσιογράφος που πληρώνεται με τη λέξη

noun (journalist paid by space filled)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

συντάκτης ομιλιών, συντάκτρια ομιλιών

noun (scriptwriter of a public address for [sb] else)

μόνιμος συντάκτης, μόνιμη συντάκτρια

noun (regular journalist for a newspaper)

συγγραφέας

noun (author of prose fiction)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I want to be a story writer when I grow up.

συντάκτης τεχνικών κειμένων, συντάκτρια τεχνικών κειμένων

noun ([sb] who writes technical documents)

συγγραφέας ταξιδιωτικών βιβλίων, συγγραφέας ταξιδιωτικών οδηγών

noun (author of travel books)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.)
The travel writer has just published a new book about Spain.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του writer στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του writer

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.