Τι σημαίνει το doigt στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης doigt στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του doigt στο Γαλλικά.

Η λέξη doigt στο Γαλλικά σημαίνει δάχτυλο, δάχτυλο, δάκτυλο, δάκτυλος, δάκτυλος, σταλιά, πρέζα, δείχνω, εντοπίζω, προσδιορίζω, κουνάω, κουνώ, άγγιγμα με τα δάχτυλα, κουνιέμαι, βάζω δάχτυλο, πολύ κοντά στην αλήθεια, απ' έξω κι ανακατωτά, στη διάθεση σου, στη διάθεσή σου ανά πάσα στιγμή, άρθρωση των δακτύλων, δάχτυλο, μικρό δάχτυλο, δαχτυλιά, γυναίκα της οποίας η τιμή έχει αποκατασταθεί, μεγάλο δάχτυλο, άρθρωση, κλείδωση, μπογιά, ζωγραφική με τα χέρια, μεγάλο δάχτυλο ποδιού, μικρό δάχτυλο ποδιού, ακροδάχτυλα, προσδιορίζω, αναγνωρίζω, σκαλίζω τη μύτη μου, ξύνω τη μύτη μου, κάνω κωλοδάχτυλο σε κπ, κατηγορώ, κάνω κωλοδάχτυλο, δεν κουνάω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι, κάνω λάθος, παίρνω λάθος δρόμο, θίγω ένα ευαίσθητο ζήτημα, αποκαθιστώ, δείχνω, μένω άπρακτος, σκουντάω, σκουντώ, δείχνω κωλοδάχτυλο σε κπ, κάνω κωλοδάχτυλο σε κπ, το δάκτυλο που τραβάει το σκανδάλη, άρθρωση δαχτύλου, που έχει πάρει χαμπάρι, διασαφηνίζω, ακουμπώ το δάχτυλο μου, βάζω το δάχτυλο μου, δείχνω έλλειψη σεβασμού σε κπ, προθυμοποιούμαι να κάνω κτ, δείχνω κτ με το δάχτυλο, δείχνω με το δάχτυλο κτ, πατάω με το δάχτυλο, πιέζω με το δάχτυλο, κουνάω, κουνώ, κατηγορώ, δαχτυλάκι ποδιού, προκαλώ κπ σχετικά με κτ, φιλοτιμώ, κωλοδάχτυλο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης doigt

δάχτυλο

nom masculin (de la main)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Il s'est cassé un des doigts de la main droite.

δάχτυλο, δάκτυλο

nom masculin (mesure de liquide) (ως μονάδα μέτρησης)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Garçon, servez-moi deux doigts de whisky.

δάκτυλος

nom masculin (αρχαϊκός τύπος: δάχτυλο)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

δάκτυλος

(main) (χεριού ή ποδιού)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Il lui manquait deux doigts à la main gauche.

σταλιά

(figuré : petite quantité) (μικρή ποσότητα υγρού)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πρέζα

(για στερεά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Προσθέστε μια στάλα σάλτσα σόγιας.

δείχνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Kyle a indiqué l'immeuble de bureaux où il travaille.
Ο Κάιλ έδειξε το κτίριο γραφείων όπου δουλεύει.

εντοπίζω, προσδιορίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί γιατί ακριβώς προέκυψε αυτό το πρόβλημα.

κουνάω, κουνώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

άγγιγμα με τα δάχτυλα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κουνιέμαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

βάζω δάχτυλο

(Sexe, vulgaire) (καθομ: σε κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πολύ κοντά στην αλήθεια

locution verbale (figuré)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

απ' έξω κι ανακατωτά

adverbe (fig, fam) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

στη διάθεση σου, στη διάθεσή σου ανά πάσα στιγμή

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Je serai à ton service.

άρθρωση των δακτύλων

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Sean a frappé le sac de sable tellement fort qu'il s'est fracturé les articulations des doigts.
Ο Σων χτύπησε τον σάκο τόσο δυνατά που έσπασε την άρθρωση των δακτύλων του.

δάχτυλο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
L'homme avait des doigts de pied courts et gros.
Ο άντρας είχε κοντά, χοντρά δάχτυλα.

μικρό δάχτυλο

nom masculin

δαχτυλιά

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

γυναίκα της οποίας η τιμή έχει αποκατασταθεί

(femme mariée) (παλαιό, χιουμοριστικό)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μεγάλο δάχτυλο

Il est très difficile de marcher si l'on s'est cassé le gros orteil.

άρθρωση, κλείδωση

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

μπογιά

nom féminin (produit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ζωγραφική με τα χέρια

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Je reviens d'une exposition de peinture au doigt : curieusement, ces tableaux coûtent un bras !

μεγάλο δάχτυλο ποδιού

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μικρό δάχτυλο ποδιού

nom masculin

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ακροδάχτυλα

nom masculin (μόνο πληθυντικός)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Quand on joue du Bach au piano, on a tendance à utiliser le bout des doigts et non le plat du doigt.

προσδιορίζω, αναγνωρίζω

(figuré)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
J'ai enfin mis le doigt sur ce qui me fait traîner les pieds le matin : je déteste mon boulot !
Μόλις προσδιόρισα γιατί βρίσκω τόσο δύσκολο να σηκωθώ το πρωί! Είναι γιατί μισώ τη δουλειά μου.

σκαλίζω τη μύτη μου, ξύνω τη μύτη μου

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κάνω κωλοδάχτυλο σε κπ

(καθομ, χυδαίο, προσβλητικό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κατηγορώ

locution verbale (accuser)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κάνω κωλοδάχτυλο

locution verbale (αργκό, προσβλητικό)

δεν κουνάω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι

locution verbale (figuré)

κάνω λάθος

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παίρνω λάθος δρόμο

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

θίγω ένα ευαίσθητο ζήτημα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αποκαθιστώ

(παλαιό ή χιουμοριστικό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δείχνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Elle a montré du doigt où nous devrions nous placer.
Μας έδειξε που έπρεπε να σταθούμε.

μένω άπρακτος

locution verbale (expr)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Il a pourtant vu que je me faisais agresser, mais il n'a pas bougé le petit doigt...

σκουντάω, σκουντώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Η Σάρλοτ σκούντησε τον Άνταμ για να την προσέξει.

δείχνω κωλοδάχτυλο σε κπ, κάνω κωλοδάχτυλο σε κπ

(αργκό, χυδαίο)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
J'ai été extrêmement offensé quand le garçon qui traversait devant ma voiture m'a fait un doigt d'honneur.

το δάκτυλο που τραβάει το σκανδάλη

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

άρθρωση δαχτύλου

nom féminin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

που έχει πάρει χαμπάρι

locution verbale (ανεπ: κπ/κτ, ότι/πως)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tom pense qu'il est malin mais sa mère a découvert sa combine.
Ο Τομ νομίζει ότι είναι έξυπνος, αλλά η μητέρα του έχει πάρει χαμπάρι την κομπίνα του.

διασαφηνίζω

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ακουμπώ το δάχτυλο μου, βάζω το δάχτυλο μου

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Si tu mets ton doigt sur le nez du chien, il pourrait te mordre.
Αν βάλεις το δάχτυλό σου στη μύτη του σκύλου μπορεί να σε δαγκώσει.

δείχνω έλλειψη σεβασμού σε κπ

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

προθυμοποιούμαι να κάνω κτ

locution verbale (figuré)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
J'aimerais bien que tu lèves le petit doigt pour aider aux tâches ménagères de temps en temps.

δείχνω κτ με το δάχτυλο, δείχνω με το δάχτυλο κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Elle montra du doigt les bonbons sur l'étagère.
Έδειξε με το δάχτυλο τα γλυκά στο ράφι.

πατάω με το δάχτυλο, πιέζω με το δάχτυλο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ben enfonça son doigt dans le gâteau pour voir s'il était cuit.
Ο Μπεν πίεσε το πάνω μέρος του κέικ με το δάκτυλο για να δει αν ήταν έτοιμο.

κουνάω, κουνώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ο άντρας φώναζε και κουνούσε το δάχτυλό του.

κατηγορώ

verbe transitif (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δαχτυλάκι ποδιού

nom masculin

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Tes petits doigts de pied sont trop mignons !

προκαλώ κπ σχετικά με κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φιλοτιμώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le prêcheur poussa ses fidèles à l'action en leur faisant honte.

κωλοδάχτυλο

nom masculin (geste vulgaire) (χειρονομία: χυδαίο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
L'autre conducteur m'a fait un doigt d'honneur.

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του doigt στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του doigt

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.