Τι σημαίνει το honour στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης honour στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του honour στο Αγγλικά.

Η λέξη honour στο Αγγλικά σημαίνει εντιμότητα, τιμή, τιμή, βραβείο, σεβασμός, τιμώ, τιμώ, τιμώ, τιμώ, με διάκριση, με διάκριση, κοινωνική αβρότητα, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, σέβομαι, ανταποκρίνομαι ευγενικά, τηρώ, κρατάω, κρατώ, βραβείο, έμβλημα, σήμα, λίστα διακριθέντων φοιτητών, χρέος τιμής, τιμώμενο πρόσωπο, ύψιστη τιμή, έγκλημα τιμής, λίστα αριστούχων, φοιτητικός όμιλος αριστούχων, φοιτητής που τιμάται με διάκριση, σύστημα που λειτουργεί με βάση την εντιμότητα των εμπλεκομένων, προς τιμήν, προς τιμήν, γύρος του θριάμβου, κουμπάρα, έντιμος άνθρωπος, -, θέμα τιμής, ζήτημα τιμής, κατάλογος πεσόντων, κατάλογος ηρωικώς πεσόντων, ο λόγος της τιμής μου, κύριε δικαστά. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης honour

εντιμότητα

noun (honesty, integrity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The community knew him as a man of honor.
Η κοινωνία τον ήξερε ως έναν άντρα που διακρίνεται από εντιμότητα.

τιμή

noun (privilege)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She had the honour of leading the parade.
Είχε την τιμή να ηγείται της παρέλασης.

τιμή

noun (virtue)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He would have violated her honour, had her father not returned.
Θα είχε καταστρέψει την τιμή της αν δεν είχε επιστρέψει ο πατέρας της.

βραβείο

noun (award)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The honour was conferred by the Queen.
Το βραβείο απενεμήθη από τη Βασίλισσα.

σεβασμός

noun (esteem, glory)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The fireman won great honor for his bravery.
Ο πυροσβέστης κέρδισε μεγάλο σεβασμό για το θάρρος του.

τιμώ

transitive verb (show respect)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The university honoured the professor because of his groundbreaking research.
Το πανεπιστήμιο τίμησε τον καθηγητή για την πρωτοποριακή του έρευνα.

τιμώ

(do [sth] to show respect) (κάποιον με κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She was honored with a special dinner at the school.
Τιμήθηκε με ένα δείπνο στο σχολείο.

τιμώ

(treat with honour) (κάποιον με κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The princess honored us with her presence.
Η πριγκίπισσα μας τίμησε με την παρουσία της.

τιμώ

verbal expression (treat with honour) (κάποιον κάνοντας κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The army honoured the officer by giving him a special medal for bravery.
Ο στρατός τίμησε τον αξιωματικό απονέμοντάς του ένα ειδικό μετάλλιο ανδρείας.

με διάκριση

noun as adjective (harder course, degree)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

με διάκριση

plural noun (high academic distinction)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κοινωνική αβρότητα

plural noun (social courtesies)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

plural noun (military: ceremony showing respect)

σέβομαι

transitive verb (revere)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
One should honour one's national flag.

ανταποκρίνομαι ευγενικά

transitive verb (show courtesy)

We hope to honour all requests for advice.

τηρώ, κρατάω, κρατώ

transitive verb (uphold: promise) (υπόσχεση, λόγο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Joe honoured his promise to pay for the meal.

βραβείο

noun (award, medal)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

έμβλημα, σήμα

noun (figurative (symbol of pride)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

λίστα διακριθέντων φοιτητών

noun (US (roll call of academic distinction)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The Dean's Honor List recognizes students who have demonstrated academic excellence in a semester.

χρέος τιμής

noun (moral obligation)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

τιμώμενο πρόσωπο

noun (person for whom gathering is held) (για όλα τα γένη)

Prince Faisal was the guest of honor at today's presidential dinner.

ύψιστη τιμή

noun (most prestigious award)

The highest honour for an actor would be to win an Academy Award. .

έγκλημα τιμής

noun (murder of [sb] who disgraces family) (φόνος)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

λίστα αριστούχων

noun (US (list: top students)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Chris often got on the honor roll in high school.

φοιτητικός όμιλος αριστούχων

noun (US (student society)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φοιτητής που τιμάται με διάκριση

noun (US (academic high achiever)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σύστημα που λειτουργεί με βάση την εντιμότητα των εμπλεκομένων

noun (US (promise to be honest)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

προς τιμήν

preposition (as a tribute to [sb])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
They prepared a large banquet in honour of the King.

προς τιμήν

preposition (to mark, acknowledge [sth] or [sb])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Saigon was renamed in honour of Ho Chi Minh in 1976.

γύρος του θριάμβου

noun (sport: winner's extra lap)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
The winning racer took a lap of honour around the track while the crowd cheered.

κουμπάρα

noun (US (bride's female attendant)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Her best friend served as maid of honor and the rest of us were bridesmaids.

έντιμος άνθρωπος

noun (male who has acted nobly)

I know you're a man of honor; you wouldn't stab your enemy in the back.

-

noun (chief bridesmaid)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Victoria was the matron of honour at her best friend's wedding.

θέμα τιμής, ζήτημα τιμής

noun (matter that determines respect)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κατάλογος πεσόντων, κατάλογος ηρωικώς πεσόντων

noun (US (list of heroes) (που πρόκειται να τιμηθούν)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Soldiers killed during the First World War have been commemorated in a roll of honour.

ο λόγος της τιμής μου

(pledge)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

κύριε δικαστά

noun (law: title to address judge)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We find him guilty, Your Honour.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του honour στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του honour

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.