Τι σημαίνει το lire στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης lire στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του lire στο Γαλλικά.

Η λέξη lire στο Γαλλικά σημαίνει λιρέτα, διαβάζω, διαβάζω, διαβάζω, διαβάζω, διαβάζω, διαβάζω, μελετάω, μελετώ, διαβάζω, διαβάζω, κάνω δημόσια ανάγνωση, διαβάζω δυνατά, γραφή, ανάγνωση και αριθμητική, διαβάζω για κτ/κπ, πάω, εγγράμματος, γραμματισμένος, ευχάριστος, ημιαναλφάβητος, αναμένω την απάντησή σας, αναμένω απάντησή σας, Τι σκέφτεσαι;, γραφή και ανάγνωση, φως λάμπας, διάβασμα των χειλιών, γρήγορη ματιά, spoiler alert, κοιτάω πίσω από τις λέξεις, προσέχω, διαβάζω με ευκολία, προβλέπω το μέλλον, διαβάζω τη σκέψη κάποιου, παίζω prima vista, παίζω πρίμα βίστα, διαβάζω στα γρήγορα, διαβάζω τα χείλη, συνεχίζω να διαβάζω, ρίχνω μια γρήγορη ματιά σε κτ, μελετώ, λέω τα φύλλα του τσαγιού, μελετάω, μελετώ, προβλέπω, διαβάζω βιαστικά, ρίχνω μια ματιά, διαβάζω, μελετώ, επανεξετάζω, διαβάζω προσεκτικά, διαβάζω δυνατά, διαβάζω με ευκολία, προσέχω, διαβάζω, ρίχνω μια ματιά σε κτ, διαβάζω από μέσα μου, διαβάζω τα χείλη κπ για να καταλάβω κτ, παίζω χωρίς προβα, διακρίνω, διαβλέπω, δείχνω ανοιχτά τι αισθάνομαι. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης lire

λιρέτα

nom féminin (ιταλικό νόμισμα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Avant l'euro, la lire était la monnaie de l'Italie.

διαβάζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je lis le journal chaque jour.
Διαβάζω εφημερίδα καθημερινά.

διαβάζω

verbe transitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Elle lit tous les soirs avant de dormir.
Διαβάζει κάθε βράδυ πριν πάει για ύπνο.

διαβάζω

verbe intransitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ma grand-mère ne sait pas lire.
Η γιαγιά μου δεν ξέρει να διαβάζει.

διαβάζω

verbe intransitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le professeur lisait et les élèves écoutaient.
Ο δάσκαλος διάβαζε και τα παιδιά άκουγαν.

διαβάζω

verbe transitif (à haute voix)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Elle nous a lu la blague.
Μας διάβασε το ανέκδοτο.

διαβάζω, μελετάω, μελετώ

verbe transitif (apprendre par la lecture)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Pour ce qui est de la philosophie, je préfère lire plutôt qu'aller aux cours.

διαβάζω

verbe transitif (pouvoir comprendre)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il lit le russe.

διαβάζω

verbe transitif (comprendre par l'observation) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Elle lisait (or: reconnaissait) dans le ciel les signes précurseurs de l'orage.

κάνω δημόσια ανάγνωση

verbe transitif

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Il nous a lu plusieurs de ses poèmes.

διαβάζω δυνατά

verbe transitif

Le professeur lut les noms des élèves qui n'avaient jamais été absents.

γραφή, ανάγνωση και αριθμητική

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
À l'école primaire, on se concentre sur l'écriture, la lecture et les mathématiques.

διαβάζω για κτ/κπ

J'ai lu un article sur l'adoption.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Διάβασα για το ατύχημά σου στην εφημερίδα.

πάω

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Écoutez la phrase avec attention et notez bien comment elle se lit.

εγγράμματος, γραμματισμένος

(μπορεί να διαβάσει και να γράψει)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Il n'y a que très peu d'emplois pour des travailleurs qui ne savent ni lire ni écrire.
Υπάρχουν πολύ λίγες δουλειές για εργάτες που δεν είναι εγγράμματοι.

ευχάριστος

locution adjectivale

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
L'auteur a écrit un livre agréable à lire sur un sujet difficile.

ημιαναλφάβητος

(personne)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

αναμένω την απάντησή σας

(lettre de motivation, soutenu)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αναμένω απάντησή σας

(lettre de motivation, soutenu)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Τι σκέφτεσαι;

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

γραφή και ανάγνωση

(αυτό που διδάσκω)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Rhianna apprend à lire et à écrire à des élèves ayant des besoins spéciaux.
Η Ριάννα διδάσκει γραφή και ανάγνωση σε παιδιά με ειδικές ανάγκες.

φως λάμπας

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

διάβασμα των χειλιών

locution verbale

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

γρήγορη ματιά

spoiler alert

(καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

κοιτάω πίσω από τις λέξεις

locution verbale (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

προσέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il faut tenir compte des notices de médicaments avant de les prendre.

διαβάζω με ευκολία

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

προβλέπω το μέλλον

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Elle prétend qu'elle sait lire l'avenir dans les lignes de la main.
Υποστηρίζει ότι μπορεί να προβλέψει το μέλλον διαβάζοντας απλώς το χέρι σου. Αν μπορούσα να προβλέψω το μέλλον, μπορεί να με τρομοκρατούσε.

διαβάζω τη σκέψη κάποιου

locution verbale (figuré) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Πρέπει να διάβασες την σκέψη μου, αυτή η αναφορά είναι ακριβώς ό,τι θα έγραφα κι εγώ.

παίζω prima vista, παίζω πρίμα βίστα

(Musique)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διαβάζω στα γρήγορα

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διαβάζω τα χείλη

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

συνεχίζω να διαβάζω

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il s'arrêta quelques instants, puis continua à lire.

ρίχνω μια γρήγορη ματιά σε κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Jane a parcouru le document rapidement pour vérifier les fautes.
Η Τζέιν έριξε μια γρήγορη ματιά στο κείμενο για να τσεκάρει εάν έχει λάθη.

μελετώ

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je n'ai pas eu le temps de lire attentivement ton article ce matin.
Δεν είχα χρόνο να διαβάσω προσεκτικά το άρθρο σου σήμερα το πρωί.

λέω τα φύλλα του τσαγιού

locution verbale (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μελετάω, μελετώ

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Deborah examinait un livre de cuisine italienne.

προβλέπω

(figuré)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

διαβάζω βιαστικά, ρίχνω μια ματιά

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Lisez attentivement le chapitre 1, mais parcourez (or: survolez) seulement le chapitre 2.

διαβάζω, μελετώ, επανεξετάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Peux-tu relire mon rapport et me dire si tu y vois des erreurs flagrantes ? Lisez attentivement les instructions et assurez-vous d'avoir bien compris ce que vous devez faire.
Διάβασε σε παρακαλώ την αναφορά μου και πες μου αν παρατηρείς χτυπητά λάθη.

διαβάζω προσεκτικά

verbe transitif

Il est sage de lire tous les documents en entier avant de les signer.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Είναι φρόνιμο να διαβάζει κάποιος προσεκτικά κάθε έγγραφο πριν βάλει την υπογραφή του. Οι ηθοποιοί διάβασαν προσεκτικά ολόκληρο το σενάριο, από την αρχή ως το τέλος.

διαβάζω δυνατά

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lis la note à haute voix, pour que tout le monde sache !
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Μου διάβασε δυνατά το γράμμα από το τηλέφωνο.

διαβάζω με ευκολία

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

προσέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

διαβάζω

(Internet) (ως επισκέπτης)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Richard aimait observer les forums sur internet au sujet de ses livres préférés mais n'aimait pas y contribuer.
Στον Ρίτσαρντ άρεσε να διαβάζει για τα αγαπημένα του βιβλία σε φόρουμ, αλλά δεν του άρεσε να συνεισφέρει.

ρίχνω μια ματιά σε κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Jane a parcouru le rapport rapidement (or: a lu le rapport en diagonale) pour voir s'il était fait mention de problèmes.
Ο Τζέικ διάβασε στα γρήγορα την αναφορά, ψάχνοντας τυχόν μνεία σε προβλήματα.

διαβάζω από μέσα μου

(Musique)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διαβάζω τα χείλη κπ για να καταλάβω κτ

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παίζω χωρίς προβα

locution verbale (ρόλος)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διακρίνω, διαβλέπω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Μπόρεσα να διακρίνω τα πραγματικά κίνητρα του πολιτικού εξετάζοντας προσεκτικά τους λόγους του στη βουλή.

δείχνω ανοιχτά τι αισθάνομαι

locution verbale (changement de sujet)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του lire στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του lire

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.