Τι σημαίνει το lever στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης lever στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του lever στο Γαλλικά.

Η λέξη lever στο Γαλλικά σημαίνει σηκώνω, ξυπνάω, ανατολή, φουσκώνω, σηκώνω, σταματώ, διακόπτω, σηκώνω, αίρω, σήκωμα, σηκώνω, σηκώνω, φουσκώνω, χαλαρώνω, βγάζω, επιβάλλω, σπρώχνω κτ προς τα επάνω, διακόπτω, συγκεντρώνω, σηκώνομαι, ξυπνώ, σηκώνομαι, βγαίνω, ανατέλλω, σηκώνομαι, αυγή, χαραυγή, αποσφραγίζω, κατεβάζω ρυθμούς, κόβω ταχύτητα, αίρω το απόρρητο, αναγνώριση, ανοίγω, ψηλά, το πρωί, την αυγή, το ξημέρωμα, το χάραμα, ανατολή, ικανότητα λήψης επιδοτήσεων, λυκαυγές, ξημέρωμα, χάραμα, μικρό δρώμενο που ανοίγει μια παράσταση, χάραμα, στραβοκοίταγμα, απλώνω χέρι σε κπ, σηκώνω χέρι σε κπ, συγκεντρώνω χρήματα, μαζεύω χρήματα, σηκώνομαι από το κρεβάτι, σηκώνομαι, ξυπνώ, εξαφανίζω κάθε αμφιβολία, διαλύω κάθε αμφιβολία, κοιμάμαι μέχρι αργά, παρακοιμάμαι, κοιτάζω αποδοκιμαστικά, κοιτάζω με αγανάκτηση, δεν κουνάω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι, ξαφνιάζομαι, σηκώνομαι, εγκαταλείπω στρατόπεδο, σαλπάρω, σηκώνομαι, πηδώ, αναπηδώ, κοιμάμαι μέχρι αργά, καλυτερεύω, βελτιώνομαι, ξανοίγω, κοιτάζω προς τα πάνω, ανεβαίνω, κινούμαι προς τα επάνω, ανέρχομαι, βοηθώ κπ να σηκωθεί, κάνω αύξηση κεφαλαίου, που αφορά το λυκαυγές, ανατολή, αποσυμφορώ, ξεκινάω στραβά, προθυμοποιούμαι να κάνω κτ, αφήνω πίσω, πρεμιέρα, σηκώνομαι, φιλετάρω, φουσκώνω, ξεκινώ, φεύγω, ετοιμάζομαι, χαράζω, ξημερώνω, ρίχνω μια ματιά, κάνω πρόποση, διαλύομαι, αφήνω κτ να φουσκώσει, αρχίζω, ξεκινάω, ανατολή σελήνης, χωρίζομαι, χωρίζω, πίνω, κοιτώ προς τα πάνω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης lever

σηκώνω

verbe transitif (la main)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Si quelqu'un a une question, qu'il lève la main.
Σηκώστε το χέρι σας, εάν έχετε κάποια ερώτηση.

ξυπνάω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
C'est sa mère qui le lève tous les matins et son père qui le couche.
Η μητέρα του είναι αυτή που τον ξυπνάει κάθε πρωί και ο πατέρας του εκείνος που τον βάζει για ύπνο.

ανατολή

nom masculin (lune, soleil)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le lever du soleil est un moment merveilleux.

φουσκώνω

verbe intransitif (Cuisine : pâte)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Il faut laisser lever la pâte trois heures avant de l'enfourner.

σηκώνω

verbe transitif (un pont)

Ils ont levé le pont mobile pour laisser passer le bateau.

σταματώ, διακόπτω

verbe transitif (Militaire : un siège)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
L'assaillant a levé le siège de la ville fortifiée au bout d'un mois.

σηκώνω

verbe transitif (la tête)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il dressa (or: redressa) la tête dès qu'il entendit son nom.
Σήκωσε το κεφάλι του, μόλις άκουσε το όνομά του.

αίρω

verbe transitif (une loi,...)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
En Californie, l'interdiction du mariage gay a été levée en 2008. Le gouvernement a levé le boycott sur les produits étrangers au bout de trois jours.
Η Καλιφόρνια ήρε την απαγόρευση του γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων το 2008. Η κυβέρνηση ήρε τον αποκλεισμό των ξένων προϊόντων έπειτα από τρεις μέρες.

σήκωμα

(un objet lourd)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Wow ! Il a réussi à soulever la machine à laver tout seul !
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Με μια άρση του χεριού ο ηγέτης υπέδειξε ότι ήταν έτοιμος.

σηκώνω

(le bras)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σηκώνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Levez la main si vous connaissez la réponse.
Σήκωσε το χέρι σου εάν γνωρίζεις την απάντηση.

φουσκώνω

verbe intransitif (pain)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Laisser la pâte reposer pendant deux heures avant de lui donner la forme d'une miche.
Άφησε το ζυμάρι να φουσκώσει για δύο ώρες πριν σχηματίσεις μια φραντζόλα.

χαλαρώνω

(moins fort)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il leva le pied de l'accélérateur.
Χαλάρωσε το πόδι του απομακρύνοντάς το από το γκάζι του αυτοκινήτου.

βγάζω

verbe transitif (son chapeau) (καπέλο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

επιβάλλω

(φόρο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le gouvernement prélevait les impôts au début de chaque année.
Η κυβέρνηση επέβαλε φόρους στην αρχή κάθε έτους.

σπρώχνω κτ προς τα επάνω

verbe transitif

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

διακόπτω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le président a décidé de suspendre la séance jusqu'à la semaine suivante.

συγκεντρώνω

verbe transitif (pour une bonne cause)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il est resté là toute la journée afin de récolter de l'argent pour les sans-abris.
Στεκόταν εκεί όλη μέρα με το κουτί δωρεών, για να συγκεντρώσει χρήματα για τους άστεγους.

σηκώνομαι, ξυπνώ

verbe pronominal (le matin)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
J'ai dû me lever tôt ce matin : j'avais une réunion à 7 h.
Έπρεπε να ξυπνήσω νωρίς σήμερα για μια συνάντηση στις 7:00 πμ.

σηκώνομαι

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ne reste pas assis là à me regarder. Lève-toi et viens m'aider !
Τι κάθεσαι και με κοιτάς; Σήκω να με βοηθήσεις!

βγαίνω

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Nous sommes allés à la plage et avons regardé le soleil se lever sur l'eau.
Καθίσαμε στην παραλία και παρακολουθήσαμε τον ήλιο να βγαίνει από το νερό.

ανατέλλω

verbe pronominal (soleil, lune)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le soleil s'est levé à 6h32 ce matin.

σηκώνομαι

verbe pronominal (sortir du lit) (από το κρεβάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Je me suis levé à 7 heures pour faire le café.

αυγή, χαραυγή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αποσφραγίζω

(une lettre, un flacon, une boite)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Αν αποσφραγίσεις το προϊόν, δεν θα μπορείς, πια, να το επιστρέψεις στο κατάστημα.

κατεβάζω ρυθμούς, κόβω ταχύτητα

(μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αίρω το απόρρητο

(Militaire)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αναγνώριση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ανοίγω

(une lettre, un flacon, une boite) (κάτι σφραγισμένο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ψηλά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Le garçon a tenu son cerf-volant en l'air et a couru jusqu'à ce qu'il s'envole.

το πρωί, την αυγή, το ξημέρωμα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

το χάραμα

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Je dois me lever à l'aube pour arriver à l'heure au travail.

ανατολή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Dan est parti au lever du soleil (or: lever du jour) car il avait beaucoup de chemin à faire ce jour-là.
Ο Νταν ξεκίνησε χαράματα μιας και είχε να κάνει μεγάλο ταξίδι εκείνη τη μέρα.

ικανότητα λήψης επιδοτήσεων

(recherche de fonds)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

λυκαυγές

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ξημέρωμα, χάραμα

(ανατολή του ήλιου)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μικρό δρώμενο που ανοίγει μια παράσταση

nom masculin (Théâtre)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χάραμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

στραβοκοίταγμα

locution verbale

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

απλώνω χέρι σε κπ, σηκώνω χέρι σε κπ

locution verbale (frapper, battre)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

συγκεντρώνω χρήματα, μαζεύω χρήματα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σηκώνομαι από το κρεβάτι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
J'étais malade aujourd'hui et je ne voulais pas sortir du lit.

σηκώνομαι, ξυπνώ

(νωρίς το πρωί)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
J'ai une conférence samedi alors il faut que je me lève tôt.

εξαφανίζω κάθε αμφιβολία, διαλύω κάθε αμφιβολία

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tu peux garder le silence, et on pensera que tu es ignorant, ou tu peux prendre la parole et lever tout doute à ce sujet.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Η ολοκληρωμένη απάντηση που μου έδωσε διέλυσε κάθε μου αμφιβολία.

κοιμάμαι μέχρι αργά, παρακοιμάμαι

verbe pronominal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Le dimanche, je me lève souvent tard.

κοιτάζω αποδοκιμαστικά, κοιτάζω με αγανάκτηση

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Quand j'ai entendu parler de sa dernière combine pour faire fortune, j'ai levé les yeux au ciel.

δεν κουνάω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι

locution verbale (figuré)

ξαφνιάζομαι

locution verbale (surprise)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

σηκώνομαι

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Veuillez vous lever pour l'hymne national.
Παρακαλώ σηκωθείτε για τον εθνικό ύμνο.

εγκαταλείπω στρατόπεδο

locution verbale (Militaire)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σαλπάρω

(bateau)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

σηκώνομαι

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Il s'est levé d'un bond et m'a saisi par la main.

πηδώ, αναπηδώ

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Quand j'ai vu la jeune mère se lever d'un bon, j'ai regardé pourquoi.

κοιμάμαι μέχρι αργά

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
C'est samedi, donc je n'ai pas besoin de me lever pour le travail. Je peux me lever plus tard.
Είναι Σάββατο κι έτσι δεν χρειάζεται να σηκωθώ για δουλειά. Μπορώ να κοιμηθώ μέχρι αργά.

καλυτερεύω, βελτιώνομαι, ξανοίγω

verbe pronominal (mauvais temps) (καιρός)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Il y avait des nuages ce matin mais cela s'est levé maintenant.

κοιτάζω προς τα πάνω

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Si tu veux te sentir minuscule, lève les yeux et regarde les étoiles la nuit.
Αν θες να νιώσεις μικροσκοπική, κοίταξε προς τα πάνω και δες τ' αστέρια τη νύχτα.

ανεβαίνω, κινούμαι προς τα επάνω, ανέρχομαι

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ils se sont levés pour accueillir les invités.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Ο πρωινός ήλιος πείθει γλυκά τα λουλούδια να κινηθούν προς τα επάνω και να τον χαιρετίσουν.

βοηθώ κπ να σηκωθεί

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
J'étais tellement faible que l'infirmière a dû m'aider à me lever.

κάνω αύξηση κεφαλαίου

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

που αφορά το λυκαυγές

locution adjectivale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ανατολή

nom masculin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Rachel était assise sur son balcon avec une tasse de café, à regarder le lever du soleil.
Η Ρέιτσελ έκατσε στο μπαλκόνι με μια κούπα καφέ βλέποντας την ανατολή.

αποσυμφορώ

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξεκινάω στραβά

προθυμοποιούμαι να κάνω κτ

locution verbale (figuré)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
J'aimerais bien que tu lèves le petit doigt pour aider aux tâches ménagères de temps en temps.

αφήνω πίσω

(figuré) (μεταφορικά)

L'auteur lève le voile sur les faux-semblants pour faire apparaître la vérité sur la bonne société du 19è siècle.

πρεμιέρα

(Spectacle) (μτφ: πρώτη εκδήλωση, αγώνας)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σηκώνομαι

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Belle au Bois-dormant, levez-vous !
Σήκω, ωραία κοιμωμένη!

φιλετάρω

(Cuisine : viande)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Paul a coupé le saumon en filets.

φουσκώνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξεκινώ, φεύγω

verbe intransitif (bateau)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le navire lèvera l'ancre à trois heures, alors tu as intérêt à être à l'heure.
Το πλοίο θα ξεκινήσει στις τρεις, γι' αυτό καλύτερα να είσαι στην ώρα σου.

ετοιμάζομαι

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Une tempête se préparait à l'est.
Μια καταιγίδα ετοιμαζόταν στα ανατολικά.

χαράζω, ξημερώνω

verbe pronominal (jour, soleil)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le jour s'est levé sans l'ombre d'un nuage.
Ξημέρωσε (or: χάραξε) χωρίς ένα σύννεφο στον ουρανό.

ρίχνω μια ματιά

(προς τα πάνω)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Le joueur de foot a regardé en l'air avant de placer le ballon dans la surface de réparation.
Ο ποδοσφαιριστής σήκωσε το βλέμμα του πριν περάσει την μπάλα στην περιοχή του πέναλτι.

κάνω πρόποση

(anglicisme) (με ποτό)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Portons un toast au président du conseil.
Ας πιούμε στην υγειά το προέδρου.

διαλύομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

αφήνω κτ να φουσκώσει

locution verbale (du pain)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αρχίζω, ξεκινάω

verbe pronominal (jour)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Un coq se met à chanter quand le jour se lève.
Οι κόκορες λαλούν όταν έρχεται η μέρα.

ανατολή σελήνης

nom masculin

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

χωρίζομαι, χωρίζω

(route)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Tournez à gauche quand la route se divise.

πίνω

(στην υγειά κάποιου)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Buvons à la santé des mariés !
Ας πιούμε στην υγειά του γαμπρού και της νύφης!

κοιτώ προς τα πάνω

locution verbale (les yeux)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του lever στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του lever

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.