Τι σημαίνει το noticing στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης noticing στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του noticing στο Αγγλικά.

Η λέξη noticing στο Αγγλικά σημαίνει προειδοποίηση, σημασία, προσοχή, ειδοποίηση, προειδοποίηση, ανακοίνωση, ειδοποίηση, βλέπω, παρατηρώ, καταλαβαίνω, προσέχω, αντιλαμβάνομαι, ειδοποίηση, προσοχή, κριτική, προσέχω, προειδοποίηση, προειδοποίηση, προειδοποίηση, κάρτα για αναγγελία θανάτου, αναγγελία θανάτου, τελική προειδοποίηση, επίσημη προειδοποίηση, νεώτερη ειδοποίηση, ενημερώνω, προειδοποιώ, υποβάλλω παραίτηση, γραπτή προειδοποίηση, πίνακας ανακοινώσεων, τελευταία στιγμή, δημόσια ανακοίνωση, βιαστικά, άρον άρον, με σύντομη προειδοποίηση, που μπορεί ν' αλλάξει χωρίς προειδοποίηση, δεν δίνω σημασία σε κπ/κτ, δεν προσέχω κπ/κτ, προσέχω, προσέχω, απροειδοποίητα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης noticing

προειδοποίηση

noun (formal warning)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Jules realized that he needed to take his employer's notice concerning his poor behavior seriously.

σημασία, προσοχή

noun (attention)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There were signs of trouble, but he paid them little notice until it was too late.
Υπήρχαν σημάδια προβλημάτων, αλλά δεν τους έδωσε αρκετή σημασία μέχρι που ήταν πολύ αργά.

ειδοποίηση

noun (notification)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He received notice of the foreclosure.
Έλαβε ειδοποίηση για την κατάσχεση.

προειδοποίηση

noun (advance warning)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He just had five minutes' notice about the arrival of the train.
Είχε μια προειδοποίηση πέντε λεπτών για τον ερχομό του τρένου.

ανακοίνωση

noun (sign or paper)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Someone had put up a notice about new parking rules.
Κάποιος είχε βγάλει μια ανακοίνωση για τους καινούριους κανονισμούς του πάρκινγκ.

ειδοποίηση

noun (warning of resignation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He gave his two weeks' notice to his boss after he was offered another job.
Έδωσε ειδοποίηση δύο εβδομάδων στο αφεντικό του όταν βρήκε άλλη δουλειά.

βλέπω

transitive verb (become aware of [sth/sb]'s presence)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Has he noticed you yet?
Σε έχει δει ή όχι ακόμα;

παρατηρώ

transitive verb (observe, detect)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Did you notice that he was drunk?
Παρατήρησες ότι ήταν μεθυσμένος;

καταλαβαίνω, προσέχω, αντιλαμβάνομαι

transitive verb (realize)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Didn't you notice that this road is closed ahead?
Δεν πρόσεξες ότι αυτός ο δρόμος είναι κλειστός πιο μπροστά;

ειδοποίηση

noun (notification of loss of job)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The contract states that employees are entitled to one month's notice.

προσοχή

noun (favourable attention)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The young author's first novel has been the focus of a great deal of notice.

κριτική

noun (critique)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The string quartet received a favourable notice from the music critic.

προσέχω

transitive verb (pay attention to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Notice the road signs ahead.

προειδοποίηση

noun (warning)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Please give advance notice if you have to cancel an appointment.

προειδοποίηση

noun (for faulty product)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

προειδοποίηση

noun (for dangerous goods)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κάρτα για αναγγελία θανάτου

noun (card: announces [sb] has died)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The death notice was on black card, edged with gold.

αναγγελία θανάτου

noun (obituary) (απλή αναφορά)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
I didn't even realize she'd been ill until I saw the death notice in the newspaper.

τελική προειδοποίηση

noun (last warning before legal action)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This is your final notice before your electricity is shut off: please pay your bill immediately.

επίσημη προειδοποίηση

noun (official warning of [sth])

νεώτερη ειδοποίηση

noun (next announcement)

The restaurant will be closed until further notice.
Το εστιατόριο θα παραμείνει κλειστό μέχρι νεωτέρας.

ενημερώνω, προειδοποιώ

(warn, inform)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The Council's letter gave notice of the election to all the voters.
Η επιστολή του Συμβουλίου ενημέρωσε τους ψηφοφόρους για τις εκλογές.

υποβάλλω παραίτηση

(quit job)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He gave notice because he was tired of being treated like a slave.
Υπέβαλε παραίτηση επειδή κουράστηκε να τον μεταχειρίζονται σαν σκλάβο.

γραπτή προειδοποίηση

noun (law: written notice)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

πίνακας ανακοινώσεων

noun (UK (bulletin board)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Albert posted a "roommate wanted" sign on the noticeboard.

τελευταία στιγμή

adverb (with little warning)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Her appointment was cancelled on short notice. I'm sorry to ask you on such short notice, but I only found out about this yesterday.

δημόσια ανακοίνωση

noun (message to the general public)

βιαστικά, άρον άρον, με σύντομη προειδοποίηση

noun (little warning)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Supply teachers often have only short notice to prepare their lessons.

που μπορεί ν' αλλάξει χωρίς προειδοποίηση

adjective (liable to vary without warning)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tour prices are subject to change without notice due to currency fluctuations.

δεν δίνω σημασία σε κπ/κτ, δεν προσέχω κπ/κτ

verbal expression (pay no attention to, disregard)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She took no notice of his antics.

προσέχω

verbal expression (listen, heed)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It's time you sat up and took notice.

προσέχω

verbal expression (pay attention)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He took notice of all the road signs but still got lost.

απροειδοποίητα

adverb (with no warning)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I was always on time and did my job well, but my boss fired me without notice.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του noticing στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του noticing

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.