Τι σημαίνει το sacar στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης sacar στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του sacar στο ισπανικά.

Η λέξη sacar στο ισπανικά σημαίνει βγάζω, αφαιρώ, περικόπτω, πετάω, πετώ, βγάζω, παίρνω, ξεφορτώνομαι, αφαιρώ, αφαιρώ, απομακρύνω, προκαλώ, σπρώχνω κτ προς τα επάνω, παίρνω, μετακινώ, απομακρύνω, βγάζω, σκαλίζω, βγάζω με αιχμηρό αντικείμενο, τσατίζω, νευριάζω, αναθέτω, βγάζω κτ έξω, ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω, απομακρύνω, βγάζω, κόβω, ανακαλύπτω, κάνω κάτι γρήγορα, τραβάω, αφαιρώ, απομακρύνω, σκάβω, καθαρίζω κτ, βγάζω, δανείζομαι, βγάζω, κόβω, βγάζω με την κουτάλα, βάζω με την κουτάλα, τράβηγμα, δημοσιεύω, τραβάω, τραβώ, αναστατώνω, ξεσηκώνω, τραβάω, τραβώ, βγάζω, προμηθεύομαι, αλλάζω ταχύτητα, ξεζουμίζω, φέρνω, τραβάω, βγάζω, αντλώ, συγκεντρώνω, ψηφίζω την απομάκρυνση κπ, σουφρώνω κτ από κπ, βουτάω κτ απο κπ, παραγκωνίζω, ξεκινώ το παιχνίδι με τις αντίπαλες ομάδες σε παράταξη αντιπαράθεσης, απαλλάσσω κπ/κτ από κτ/κπ, ελευθερώνω κπ/κτ από κτ/κπ, σβήνω, διαγράφω, αντλώ, σηκώνω, τραβάω, βγάζω, βγάζω, βγάζω, εξάγω, απελευθερώνω, απαλλάσσω, σκάβω, σκουπίζω κτ με το χέρι, αποσπώ κτ από κτ, διαγράφω, αφαιρώ, ξεκολλάω, αποσπώ, ξεβράζω κάτι στην ακτή, αποσπώ, εκμαιεύω, αποσπώ, σκάβω, βγάζω, ολοκληρώνω, τελειώνω, ξεθάβω, αφαιρώ, βγάζω, σώζω, βγάζω, κατεβάζω, βγάζω, βγάζω, βγάζω, βγάζω, αποσπώ, αποσύρω, σκουπίζω, βγάζω, αφαιρώ, τραβάω, τραβώ, αφαιρώ, βγάζω κπ έξω, σκανδαλοθηρία, εκμεταλλεύομαι, εκμεταλλεύομαι πλήρως κτ, τινάζω, ενοχλώ, εκνευρίζω, απομακρύνω από το κέντρο, ξεκολλάω, ξεθάβω, ανακαλύπτω, τονίζω, στιλβώνω, λουστράρω, βγάζω φωτοτυπία, ανακαλύπτω, βρίσκω, τρελαίνω, αφαιρώ τους κοριούς, αθροίζω, προσθέτω, αποκαλύπτω, φανερώνω, γυαλίζω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης sacar

βγάζω, αφαιρώ, περικόπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tuvieron que sacarle un diente que tenía cariado.
Είχε ένα χαλασμένο δόντι, το οποίο έπρεπε να αφαιρέσει.

πετάω, πετώ

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Puedes sacar la basura?
Μπορείς να πετάξεις τα σκουπίδια;

βγάζω

(coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le aconsejamos que saque un seguro de viaje antes de marcharse.
Σε συμβουλεύουμε να βγάλεις ταξιδιωτική ασφάλεια πριν αναχωρήσεις.

παίρνω

(calificación)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Saqué un 10 en español.

ξεφορτώνομαι

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El museo local sacó la entrada, ahora es gratis ingresar.

αφαιρώ

(από λίστα ή συλλογή)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Es esa la lista de invitados? Elimina a Kim, está ocupada ese fin de semana y no puede venir.

αφαιρώ, απομακρύνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tony estaba teniendo problemas para sacar un pedazo de maíz de entre sus dientes.

προκαλώ

(αντίδραση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jack le hizo a Eliza docenas de preguntas, pero ninguna le sacó una respuesta.
Ο Τζακ έκανε δεκάδες ερωτήσεις στην Ελίζα, αλλά καμιά απ' αυτές δεν πήρε απάντηση.

σπρώχνω κτ προς τα επάνω

verbo transitivo

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παίρνω, μετακινώ, απομακρύνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sacó un poco del helado de crema.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El dentista sacó el diente infectado.

σκαλίζω, βγάζω με αιχμηρό αντικείμενο

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ten cuidado con el bastón, terminarás sacándole un ojo a alguien.

τσατίζω, νευριάζω

(AR, coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Ese tipo realmente me saca!
Αυτός ο τύπος πραγματικά με τσατίζει!

αναθέτω

verbo transitivo (deporte)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βγάζω κτ έξω

Si sacas la lengua de nuevo, un pájaro podría pararse en ella.
Αν ξαναβγάλεις έξω τη γλώσσα σου, θα έρθει ένα πουλί να κουρνιάσει πάνω της.

ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Karen no pudo sacar el chicle de su cabello.

απομακρύνω

(από κάπου)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Puedes sacar al perro antes de que tire todo?
Θα πάρεις τον σκύλο από εδώ πριν καταστρέψει τα πάντα;

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κόβω

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El director sacó la escena en la versión final de la película.
Ο σκηνοθέτης έκοψε τη σκηνή από την τελική έκδοση της ταινίας.

ανακαλύπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Buscó en la caja y sacó un par de zapatos.

κάνω κάτι γρήγορα

verbo transitivo (coloquial, trabajo)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τραβάω

(un arma en general)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El vaquero sacó su pistola para demostrar que iba en serio.
Ο καουμπόι τράβηξε το όπλο του για να δείξει ότι μιλούσε σοβαρά.

αφαιρώ, απομακρύνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Después de que los limpiadores sacaran la mancha de vino, el sofá parecía como nuevo.
Μόλις το συνεργείο καθαρισμού απομάκρυνε (or: αφαίρεσε) τον λεκέ του κρασιού, ο καναπές έδειχνε και πάλι σαν καινούριος.

σκάβω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

καθαρίζω κτ

verbo transitivo (άχρηστα αντικείμενα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tenemos que sacar toda la basura del ático.
Πρέπει να καθαρίσουμε τη σοφίτα από όλη αυτή τη σαβούρα.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Doug tuvo que sacar las espinas de su pantalón.
Ο Νταγκ έπρεπε να βγάλει αγκάθια από το παντελόνι του.

δανείζομαι

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Saqué dos libros de la biblioteca la semana pasada y he perdido uno de ellos.
Την περασμένη βδομάδα δανείστηκα δύο βιβλία από τη βιβλιοθήκη και έχασα το ένα από αυτά.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Phoebe se sacó el maquillaje con aceites naturales.
Η Φοίβη αφαιρεί κάθε νύχτα το μακιγιάζ της με φυσικά έλαια.

κόβω

(κτ, κτ από κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El granjero sacó las flores muertas.
Ο κηπουρός έκοψε τα ξερά λουλούδια.

βγάζω με την κουτάλα, βάζω με την κουτάλα

(con cuchara) (κατά λέξη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Karen sacó helado y lo puso en un cuenco.
Η Κάρεν έβαλε το παγωτό σε ένα μπολ.

τράβηγμα

verbo transitivo

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Al sacar el cuatro del sombrero le tocó estar en el equipo cuatro.

δημοσιεύω

(informal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Todos los periódicos sacaron la noticia del escándalo político esta mañana. Esta revista saca muchos anuncios de coches.
Όλες οι εφημερίδες δημοσίευσαν την είδηση για το πολιτικό σκάνδαλο σήμερα το πρωί. Αυτό το περιοδικό δημοσιεύει πολλές διαφημίσεις για αυτοκίνητα.

τραβάω, τραβώ

(χαρτί τράπουλας, φύλλο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sacó una carta de la parte superior de la baraja.

αναστατώνω, ξεσηκώνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La crisis los sacó de la rutina.

τραβάω, τραβώ, βγάζω

verbo transitivo (coloquial) (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El policía le sacó la pistola al ladrón.

προμηθεύομαι

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿De dónde has sacado esos lápices?
Που βρήκες αυτά τα μολύβια;

αλλάζω ταχύτητα

(αυτοκίνητο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Él sacó el carro en tercera.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Έβαλε πρώτη και ξεκίνησε στην ανηφόρα.

ξεζουμίζω

(coloquial) (κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le sacaron hasta el último centavo.
Τον ξεζούμισαν, του πήραν και την τελευταία δεκάρα.

φέρνω

(un tema) (μτφ: στην κουβέντα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sacó el tema del matrimonio en la conversación.
Πάνω στην κουβέντα πέταξε και το θέμα του γάμου.

τραβάω, βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El fotógrafo sacó una foto de la celebridad.

αντλώ

verbo transitivo (agua)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La familia Smith saca agua de un pozo natural.

συγκεντρώνω

(voto) (ψήφους)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La candidata del partido laborista sacó más votos que la del partido conservador, así que ganó las elecciones.

ψηφίζω την απομάκρυνση κπ

verbo transitivo (por medio del voto)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σουφρώνω κτ από κπ, βουτάω κτ απο κπ

(καθομιλουμένη)

El ladrón le sacó la billetera a Ned.

παραγκωνίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξεκινώ το παιχνίδι με τις αντίπαλες ομάδες σε παράταξη αντιπαράθεσης

verbo intransitivo (hockey)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

απαλλάσσω κπ/κτ από κτ/κπ, ελευθερώνω κπ/κτ από κτ/κπ

Todavía no pudimos sacarles los piojos a los chicos.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ο Χένρι ήταν άνθρωπος της τάξης και όταν μετακόμισε, ξεφορτώθηκε την ακαταστασία από το σπίτι της Αμάντα.

σβήνω, διαγράφω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αντλώ

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Antes de que la gente tuviera agua corriente en sus casas, tenían que ir a un pozo para sacar agua.

σηκώνω, τραβάω, βγάζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Él saca cincuenta dólares de mi cuenta cada viernes.

βγάζω

verbo transitivo (συμπέρασμα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Puedes sacar la conclusión que quieras, pero creo que él lo hizo.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
"¡Quítate la camisa para ver la herida!" dijo el doctor.

εξάγω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Al dentista solo le llevó unos pocos segundo extraer el diente.
Ο οδοντογιατρός χρειάστηκε λίγο μόνο δευτερόλεπτα για να αφαιρέσει το δόντι.

απελευθερώνω, απαλλάσσω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los guardabosques liberaron al oso de la trampa que estaba en una parte aislada del bosque.

σκάβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El choque le hizo un agujero a la puerta del auto.

σκουπίζω κτ με το χέρι

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
James se quitó las lágrimas y empezó a sonreír.
Ο Τζέιμς σκούπισε με το χέρι τα δάκρυά του και χαμογέλασε.

αποσπώ κτ από κτ

(με δυσκολία)

Los ladrones arrebataron la billetera de Bill.

διαγράφω, αφαιρώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Siguiendo un consejo legal, el editor eliminó algunos pasajes del texto.

ξεκολλάω

(καθομιλουμένη, μτφ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cuando mi hijo tuvo su primer ordenador portátil, se hizo difícil separarlo del aparato.

αποσπώ

(μεταφορικά, λόγιο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Eventualmente logramos sonsacar la verdad de Brian.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ο κατάσκοπος κατάφερε να εκμαιεύσει πληροφορίες από την κυβέρνηση.

ξεβράζω κάτι στην ακτή

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αποσπώ, εκμαιεύω

(έμμεσα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Dos horas de interrogatorio no pudieron sonsacar una respuesta del sospechoso.

αποσπώ

(πληροφορίες)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El hacker extrajo información confidencial del sitio web del gobierno.
Ο χάκερ απέσπασε ορισμένες ευαίσθητες πληροφορίες από την ιστοσελίδα της κυβέρνησης.

σκάβω

(con pala)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El jardinero está removiendo la planta.
Ο κηπουρός σκάβει τον λαχανόκηπο.

βγάζω

(με πλύσιμο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Crees que podremos limpiar la mancha de tinta?
Πιστεύεις ότι θα καταφέρουμε να βγάλουμε αυτό τον λεκέ από μελάνι;

ολοκληρώνω, τελειώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tengo tanto trabajo que terminar, no sé cómo voy a hacer todo. Tengo que terminar de estudiar antes del examen.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Η δουλειά που πρέπει να τελειώσω αυτή την εβδομάδα είναι τόση πολλή που δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρω.

ξεθάβω

(figurado) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Desenterré uno de mis antiguos informes escolares.
Ξέθαψα έναν παλιό έλεγχό μου από το σχολείο.

αφαιρώ, βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σώζω

(figurado, de algo malo) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Se interrumpieron las negociaciones y no fue fácil salvar la situación.
Οι συζητήσεις είχαν αποτύχει και δεν ήταν εύκολο να τις σώσει κανείς.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La stripper se fue quitando la ropa durante el espectáculo.

κατεβάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Una vez en el avión, bajó los reposabrazos y se ajustó el cinturón.
Στο αεροπλάνο, κατέβασε τα στηρίγματα του καθίσματος και έδεσε τη ζώνη του.

βγάζω

(προφορικό: αντίγραφα)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
¿Puedes imprimirme cien copias de este folleto?
Μπορείς να μου βγάλεις 100 φωτοτυπίες από αυτά τα ενημερωτικά φυλλάδια;

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le dijeron que eliminase los carbohidratos de su dieta.
Της είπαν να βγάλει τους αμυλούχους υδατάνθρακες από τη δίαιτά της.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lavé el auto con la manguera para limpiar la suciedad.
Ξέπλυνα το αυτοκίνητο με λάστιχο για να βγάλω (or: καθαρίσω) τη βρωμιά.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Si quieres vivir por más tiempo, debes dejar el estrés en tu vida.
Αν θέλεις να ζήσεις περισσότερο, βγάλε το άγχος από τη ζωή σου.

αποσπώ

(información)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Peter se obstinaba en no revelar su secreto, pero al final Emily se lo sonsacó.
Ο Πίτερ ήταν αποφασισμένος να μην αποκαλύψει το μυστικό του, όμως τελικά η Έμιλι του το απέσπασε.

αποσύρω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tuvieron que retirar el producto del mercado.
Αναγκάστηκαν να αποσύρουν το προϊόν από την αγορά.

σκουπίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Quitó las migas de su camisa.
Σκούπισε τα ψίχουλα από το μπροστινό μέρος του πουκαμίσου του.

βγάζω, αφαιρώ

(frotando) (κάτι από κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Limpió las manchas de barro de sus zapatos.
Αφαίρεσε την κηλίδα λάσπης από το παπούτσι του.

τραβάω, τραβώ

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El fotógrafo tomó 50 fotos.
Ο φωτογράφος τράβηξε 50 φωτογραφίες.

αφαιρώ

(κάτι από κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Si dejas de lado los gastos, la casa es perfecta. Sin embargo, ¡simplemente no nos la podemos permitir!

βγάζω κπ έξω

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Siempre llevamos a la tía Beth a cenar fuera en su cumpleaños
Πάντα βγάζουμε έξω τη θεία Μπέθ στα γενέθλιά της.

σκανδαλοθηρία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εκμεταλλεύομαι

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Aproveché la situación.
Εκμεταλλεύτηκα την κατάσταση.

εκμεταλλεύομαι πλήρως κτ

Aprovechamos al máximo nuestras vacaciones al apagar los celulares y la computadora.

τινάζω

(με το δάχτυλο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Kate sacudió las migas de la mesa.
Η Κέιτ τίναξε τα ψίχουλα από το τραπέζι με το δάχτυλό της.

ενοχλώ, εκνευρίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La arrogancia de Tom me irrita.

απομακρύνω από το κέντρο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ξεκολλάω

(ανάλογα το είδος της κίνησης)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξεθάβω

(από τη γη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Empieza a trasplantar el árbol desenterrando la raíz entera.
Ξεκίνα να μεταφυτεύεις το δέντρο ξεθάβωντας ολόκληρη τη μπάλα της ρίζας.

ανακαλύπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ese periodista era conocido por su extraordinaria habilidad para averiguar los pormenores de una historia.

τονίζω

(informal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Un chorrito de limón exprimido va a levantar el sabor del salmón grillado.
Μια δόση φρέσκου χυμού λεμονιού θα τονίσει τη γεύση του ψητού σολομού.

στιλβώνω, λουστράρω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Voy a lustrar los faros de mi coche para que se vean brillantes.

βγάζω φωτοτυπία

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Por favor, toma asiento mientras nuestra recepcionista fotocopia tus documentos.

ανακαλύπτω, βρίσκω

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ayer descubrí verdaderos tesoros en la librería de segunda mano.

τρελαίνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αφαιρώ τους κοριούς

(figurado)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αθροίζω, προσθέτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Si totalizas todos los montos, se vuelve un montón de plata.
Αν σουμάρεις (or: κάνεις σούμα) όλα τα ποσά, είναι πολλά χρήματα.

αποκαλύπτω, φανερώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La denunciante reveló los delitos de su empresa.
Η πληροφοριοδότης αποκάλυψε τα παραπτώματα της εταιρείας.

γυαλίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Detesto tener que pulir la plata.
Το μισώ όταν πρέπει να γυαλίσω τα ασημικά.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του sacar στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του sacar

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.