Τι σημαίνει το billete στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης billete στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του billete στο ισπανικά.

Η λέξη billete στο ισπανικά σημαίνει χαρτονόμισμα, απόκομμα, χαρτονόμισμα, χαρτονόμισμα, εισιτήριο τρένου, τιμή εισιτηρίου, χαρτονόμισμα, δολάριο, χαρτονόμισμα, κυλινδρικό τμήμα διακοσμητικού πλαισίου, εισιτήριο, εισιτήριο, εισιτήριο, δολάριο, εισιτήριο μετεπιβίβασης, πενηντάρικο, πενηντάρικο, πεντοδόλαρο, λαχνός, αεροπορικό εισιτήριο, δεκάρικο, χαρτονόμισμα 10 δολαρίων, πεντοδόλαρο, απλό εισιτήριο, χαρτονόμισμα εκατό δολαρίων, χαρτονόμισμα των δέκα δολαρίων, χαρτονόμισμα των είκοσι δολαρίων, αεροπορικό εισιτήριο, εισιτήριο επιστροφής, αεροπορικό εισιτήριο, εισιτήριο λεωφορείου, χαρτονόμισμα μίας αγγλικής λίρας, χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου, αεροπορικό εισιτήριο, δεκάρικο, εισιτήριο απεριορίστων διαδρομών, εικοσάρικο, εικοσάλιρο, πενηντάρικο, εικοσάευρο, χιλιάρικο, εισιτήριο μονής μετάβασης, του ενός, εισιτήριο μετ' επιστροφής, δολάριο, πεντοδόλαρο, ηλεκτρονικό εισιτήριο, δεκαδόλλαρο, πεντόλιρο, χαρτονόμισμα των είκοσι λιρών, δεκάευρο, πεντάευρο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης billete

χαρτονόμισμα

nombre masculino (dinero)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tengo tres billetes de 20 dólares.
Έχω τρία χαρτονομίσματα των είκοσι δολαρίων.

απόκομμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El acomodador del cine rompió la entrada de Rachel y le devolvió el billete.

χαρτονόμισμα

(dinero)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χαρτονόμισμα

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Cuando viajo al extranjero prefiero usar tarjeta de crédito en vez de billetes.

εισιτήριο τρένου

nombre masculino (ES, de tren)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Necesito comprar el billete del tren. ¿Tú tienes ya tu billete?

τιμή εισιτηρίου

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El billete de autobús aumentó de 90 céntimos a 1.30 euros el 1 de enero.

χαρτονόμισμα

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El cajero contó los billetes y me los dio.

δολάριο

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χαρτονόμισμα

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
¿Tienes cambio para un billete de veinte libras esterlinas?
Έχεις ρέστα από χαρτονόμισμα των είκοσι λιρών;

κυλινδρικό τμήμα διακοσμητικού πλαισίου

nombre masculino (ornamento en moldura) (Νορμανδική αρχιτεκτονική)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

εισιτήριο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Compré dos boletos para la ópera.
Πήρα δύο εισιτήρια για την όπερα.

εισιτήριο

(λεωφορείο, μετρό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Kyle pagó la tarifa y se bajó del taxi.
Ο Κάιλ πλήρωσε το κόμιστρο και βγήκε από το ταξί.

εισιτήριο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Conserve su boleto hasta que haya concluido el viaje.
Κράτα το εισιτήριό σου μέχρι να τελειώσεις το ταξίδι σου.

δολάριο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Bobby compró un par de pantalones por tan solo cinco dólares.
Ο Μπόμπυ αγόρασε ένα παντελόνι για μόνο πέντε δολάρια.

εισιτήριο μετεπιβίβασης

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Cuando se baje del metro, puede pedir un sello para la conexión en autobús.
Όταν βγεις απ' το μετρό, μπορείς να πάρεις ένα εισιτήριο μετεπιβίβασης για λεωφορείο.

πενηντάρικο

(informal) (χαρτονόμισμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Ron pagó la compra con cincuenta.
Ο Ρον πλήρωσε τα ψώνια του με ένα πενηντάρικο.

πενηντάρικο

(informal)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
—Son veinte libras, por favor. —¿Tiene cambio de cincuenta?

πεντοδόλαρο

(AmL) ($5)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
¿Tienes un cinco que puedas prestarme? Necesito dinero para almorzar.
Έχεις πέντε δολάρια να μου δανείσεις; Χρειάζομαι λεφτά για μεσημεριανό.

λαχνός

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He perdido mi boleta de rifa, por tanto no hay manera de que pueda ganar.
Έχασα το λαχνό μου και τώρα δεν υπάρχει περίπτωση να κερδίσω.

αεροπορικό εισιτήριο

(boleto de avión)

Me encantaría visitar a mis familiares en Sudáfrica, pero no me puedo permitir la tarifa aérea.

δεκάρικο

(καθομ: χαρτονόμισμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χαρτονόμισμα 10 δολαρίων

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πεντοδόλαρο

nombre masculino (χαρτονόμισμα των 5 δολαρίων)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Pagué el almuerzo con un billete de cinco dólares.

απλό εισιτήριο

Por favor, deme un billete de ida hasta Luján.

χαρτονόμισμα εκατό δολαρίων

nombre masculino

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χαρτονόμισμα των δέκα δολαρίων

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χαρτονόμισμα των είκοσι δολαρίων

(dólares)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ah, ¿te lo puedes creer? Me acabo de encontrar un billete de veinte en el suelo.

αεροπορικό εισιτήριο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
¿Ya reservaste tu billete de avión? El uso de billetes de avión de papel ha ido decayendo en la era de la computación.
Έχεις κλείσει αεροπορικό εισιτήριο; Η χρήση έντυπων αεροπορικών εισιτηρίων μειώνεται στην εποχή των υπολογιστών.

εισιτήριο επιστροφής

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
¿Quiere un boleto de ida y vuelta o sólo de ida?

αεροπορικό εισιτήριο

Hoy en día casi todos los boletos de avión son electrónicos.

εισιτήριο λεωφορείου

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

χαρτονόμισμα μίας αγγλικής λίρας

nombre masculino

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Había una pila de billetes de un dólar arriba de la mesa.

αεροπορικό εισιτήριο

δεκάρικο

(καθομ: χαρτονόμισμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

εισιτήριο απεριορίστων διαδρομών

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

εικοσάρικο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La maleta estaba llena de billetes de veinte.
Η βαλίτσα ήταν γεμάτη εικοσάρικα.

εικοσάλιρο

(καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Paul le pidió prestado a su hermano un billete de veinte.

πενηντάρικο

(informal)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
La comida salió 45 euros así que pagué con uno de cincuenta.

εικοσάευρο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Le di a la cajera un billete de veinte y ella me dio cinco centavos de vuelto.

χιλιάρικο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

εισιτήριο μονής μετάβασης

του ενός

(billete) (χαρτονόμισμα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tengo un billete de diez y tres de uno.
Έχω ένα δεκάρικο και τρία δολάρια.

εισιτήριο μετ' επιστροφής

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Dos pasajes de ida y vuelta a Londres, por favor.

δολάριο

(χαρτονόμισμα του ενός)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tenía tres de uno y uno de cinco en su billetera.

πεντοδόλαρο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Sarah le dio al dependiente un billete de cinco dólares.

ηλεκτρονικό εισιτήριο

δεκαδόλλαρο

(καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πεντόλιρο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χαρτονόμισμα των είκοσι λιρών

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

δεκάευρο

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

πεντάευρο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του billete στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του billete

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.