Τι σημαίνει το ahora στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης ahora στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του ahora στο ισπανικά.

Η λέξη ahora στο ισπανικά σημαίνει αυτή την περίοδο, αυτή την χρονική στιγμή, τώρα, τώρα, προς το παρόν, για την ώρα, αυτή τη στιγμή, στις μέρες μας, τώρα, τώρα, σήμερα, τώρα, τώρα, στο πι και φι, λοιπόν, επικείμενος, επαπειλούμενος, αυτή τη στιγμή, αυτή την περίοδο, αυτή την χρονική στιγμή, τώρα, από εδώ και πέρα, επί τούτου, από δω και πέρα, μέχρι στιγμής, μέχρι τώρα, για την ώρα, προς το παρόν, από εδώ και στο εξής, από τούδε και στο εξής, από εδώ και πέρα, για πάντα, τώρα που, αμέσως, αυτή τη στιγμή, τώρα, επί του παρόντος, για την ώρα σήμερα, από τώρα μέχρι τότε, από εδώ και στο εξής, από εδώ και πέρα, από εδώ και στο εξής, από εδώ και πέρα, από εδώ και στο εξής, από εδώ και πέρα, τώρα, ακριβώς τώρα, μέχρι τώρα/στιγμής, αυτή την στιγμή, άμεσα, αμέσως, τώρα, αυτή την στιγμή, άμεσα, αμέσως, τώρα, αυτή την στιγμή, άμεσα, αμέσως, τώρα, μέχρι τώρα, έως τώρα, ως τώρα, μέχρι στιγμής, μέχρι τώρα, ως τώρα, μέχρι στιγμής, μέχρι τώρα, ως τώρα, μέχρι στιγμής, μέχρι τώρα, ως τώρα, μέχρι στιγμής, ακόμα και τώρα, στο μέλλον, μελλοντικά, αμέσως, άμεσα, για αρχή, τώρα ή ποτέ, ή τώρα ή ποτέ, από εδώ και στο εξής, από εδώ και πέρα, προς το παρόν, προσωρινά, από την άλλη πλευρά, από την άλλη όμως, για το άμεσο μέλλον, μέχρι τώρα όλα καλά, όλα καλά ως τώρα, τώρα που το ξανασκέφτομαι, Και τώρα, Και τώρα; Και τώρα τι;, εδώ και τώρα, παρούσα κατάσταση, επιστρέφω αμέσως, γρήγορα, αμέσως, εδώ και τώρα, πολύ γρήγορα, το παρόν, στο μέλλον, Και τώρα, όχι πλέον, όχι πια, τώρα που, από δω και στο εξής, από τώρα και στο εξής, από δω και πέρα, από τώρα και μετά, στο εξής. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης ahora

αυτή την περίοδο, αυτή την χρονική στιγμή, τώρα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Este modelo de automóvil no se consigue ahora.
Εκείνο το μοντέλο αυτοκινήτου δεν είναι διαθέσιμο τώρα.

τώρα

adverbio

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Ahora son las ocho en punto.
Τώρα είναι οχτώ η ώρα.

προς το παρόν, για την ώρα, αυτή τη στιγμή

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Ahora, el proyecto va bien, pero todavía hay un montón de trabajo por hacer.

στις μέρες μας

adverbio

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τώρα

nombre masculino

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Ahora es el momento de pasar a la acción.
Τώρα είναι η στιγμή που πρέπει να δράσουμε.

τώρα, σήμερα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Ahora, a diferencia del pasado, los niños no obedecen a sus padres.
Σήμερα, σε αντίθεση με παλιά, τα παιδιά δεν υπακούν τους γονείς τους.

τώρα

interjección (εμφατικός τύπος)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Ahora, ¡pórtense bien!
Καθίστε φρόνιμα. Τώρα!

τώρα

adverbio

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Lo que tenemos que hacer ahora es tomarnos un descanso.

στο πι και φι

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Espérame aquí. ¡Enseguida vuelvo!

λοιπόν

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Bueno, ¿no crees que estoy en lo correcto?
Λοιπόν, δεν πιστεύεις ότι έχω δίκιο;

επικείμενος, επαπειλούμενος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
A continuación, las noticias y el clima en tu área.

αυτή τη στιγμή

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Estoy ocupado en este momento, pero podemos hablar más tarde.
Είμαι απασχολημένος τώρα, αλλά μπορούμε να μιλήσουμε αργότερα.

αυτή την περίοδο, αυτή την χρονική στιγμή, τώρα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
En este momento no tengo ganas de ir. / Ahora mismo salgo para allá, llegaré en quince minutos.

από εδώ και πέρα

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

επί τούτου

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

από δω και πέρα

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
De ahora en adelante ya no eres bienvenida en mi casa.
Στο εξής δεν είσαι πλέον ευπρόσδεκτος στο σπίτι μου.

μέχρι στιγμής, μέχρι τώρα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Hasta ahora no tengo nada publicado, pero aun así me considero un escritor.
Μέχρι στιγμής, δεν έχει εκδοθεί κανένα έργο μου. Παρόλα αυτά, με θεωρώ συγγραφέα.

για την ώρα, προς το παρόν

(τώρα)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
De momento parece que funciona.

από εδώ και στο εξής, από τούδε και στο εξής, από εδώ και πέρα

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
A partir de ahora, Gina está decidida a no repetir sus errores del pasado.

για πάντα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Mi amor, te amaré ahora y siempre.

τώρα που

locución conjuntiva

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ahora que finalmente has regresado a casa, puedes acabar tus quehaceres. // Ahora que llegó la primavera, puedo plantar mi jardín.

αμέσως

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Me voy ahora mismo.
Φεύγω τώρα αμέσως.

αυτή τη στιγμή

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
¡Ven aquí ahora mismo!

τώρα, επί του παρόντος, για την ώρα σήμερα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Justo ahora hay muchas aves migratorias aquí.

από τώρα μέχρι τότε

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Más te vale trabajar mucho desde ahora hasta entonces.

από εδώ και στο εξής, από εδώ και πέρα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
De ahora en adelante, espero que me llames cuando vayas a llegar tarde.
Από εδώ και στο εξής (or: από εδώ και πέρα) περιμένω να μου τηλεφωνείς όταν πρόκειται να αργήσεις.

από εδώ και στο εξής, από εδώ και πέρα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
A partir de ahora, el ascenso va a ser más fácil.

από εδώ και στο εξής, από εδώ και πέρα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
De ahora en adelante no voy a fumar más en la casa.

τώρα, ακριβώς τώρα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
¡Harás tu tarea ahora mismo!
Θα κάνεις τα μαθήματά σου τώρα!

μέχρι τώρα/στιγμής

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Hasta ahora todo marcha según lo planeado.

αυτή την στιγμή, άμεσα, αμέσως, τώρα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
¡Ralph! ¡Será mejor que vengas aquí ya mismo si no quieres que te dé una zurra!
Ραλφ! Έλα εδώ αμέσως (or: τώρα) αλλιώς θα σε δείρω! Σταμάτα αυτή την στιγμή!

αυτή την στιγμή, άμεσα, αμέσως, τώρα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

αυτή την στιγμή, άμεσα, αμέσως, τώρα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Necesito una respuesta ahora mismo.

μέχρι τώρα, έως τώρα, ως τώρα, μέχρι στιγμής

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Hasta ahora no he tenido una buena razón para ir allí.

μέχρι τώρα, ως τώρα, μέχρι στιγμής

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Hasta ahora, he tenido éxito en mi carrera.
Μέχρι τώρα (or: Μέχρι στιγμής) ήμουν επιτυχημένος στην καριέρα μου. Κανένα νέο ως τώρα.

μέχρι τώρα, ως τώρα, μέχρι στιγμής

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He trabajado durante seis semanas pero hasta ahora no me han pagado.

μέχρι τώρα, ως τώρα, μέχρι στιγμής

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Hasta ahora no me había dado cuenta.

ακόμα και τώρα

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Incluso ahora hay gente que cree que el aterrizaje en la luna fue un fraude.

στο μέλλον, μελλοντικά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
De ahora en adelante, tenemos que cambiar nuestra forma de hacer negocios.

αμέσως, άμεσα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Sal de la discoteca y vuelve a casa ahora mismo.

για αρχή

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Por ahora vamos a agarrar nombres y llamar, después podemos conseguir más detalles.

τώρα ή ποτέ, ή τώρα ή ποτέ

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tienes que decidirte, es ahora o nunca si quieres ir al concierto.

από εδώ και στο εξής, από εδώ και πέρα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
De ahora en adelante voy a pensar antes de actuar.

προς το παρόν, προσωρινά

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mi auto se rompió así que por ahora estoy usando mi bicicleta.
Το αυτοκίνητό μου διαλύθηκε, γι' αυτό προσωρινά (or: προς το παρόν) χρησιμοποιώ το ποδήλατό μου.

από την άλλη πλευρά, από την άλλη όμως

locución conjuntiva

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ahora que lo pienso, mejor esperemos la opinión de los demás.

για το άμεσο μέλλον

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

μέχρι τώρα όλα καλά, όλα καλά ως τώρα

expresión

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¿Que cómo me va con la jubilación? Bien, hasta ahora. Pero pregúntame de nuevo en seis meses.
Πώς μου φαίνεται η σύνταξη; Μέχρι τώρα όλα καλά. Αλλά ρώτα με ξανά σε έξι μήνες.

τώρα που το ξανασκέφτομαι

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Necesito hablar con los niños sobre esto, pero ahora que lo pienso, quizás espere hasta que llegue mi esposo a casa.

Και τώρα

locución interjectiva

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Y ahora -dijo el mago- haré aparecer un conejo de esta galera.

Και τώρα; Και τώρα τι;

locución interjectiva

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¿Y ahora qué?, ¿cómo le digo a la novia que se cayó la tarta nupcial?.

εδώ και τώρα, παρούσα κατάσταση

locución nominal masculina

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Deja de preocuparte tanto por el futuro - vive el aquí y ahora.

επιστρέφω αμέσως

Vuelvo ahora mismo, tengo que ir corriendo a la tienda por unos huevos.

γρήγορα, αμέσως

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

εδώ και τώρα

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Déjate de soluciones a largo plazo. Yo lo que quiero saber es lo que se puede hacer aquí y ahora para solucionar el problema.

πολύ γρήγορα

(figurado)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

το παρόν

στο μέλλον

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Habiendo perdido mis ahorros una vez, de ahora en adelante seré más cuidadoso con mis inversiones.
Έχοντας χάσει ήδη μια φορά τις αποταμιεύσεις μου, στο μέλλον θα είμαι πιο προσεκτικός με τις επενδύσεις μου.

Και τώρα

locución interjectiva

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
"Y ahora a por nuestro producto estrella" dijo el vendedor avanzando hacia el próximo artículo.

όχι πλέον, όχι πια

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Barry fumaba mucho, pero ya no.
Κάποτε ο Μπάρι ήταν μανιώδης καπνιστής, αλλά όχι πια.

τώρα που

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ahora que eres un cantante famoso, todos quieren ser tu amigo.
Τώρα που είσαι διάσημος τραγουδιστής, όλοι θέλουν να γίνουν φίλοι σου.

από δω και στο εξής, από τώρα και στο εξής, από δω και πέρα, από τώρα και μετά, στο εξής

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
De aquí en adelante lo calcularemos cada día.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του ahora στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.