Τι σημαίνει το blooded στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης blooded στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του blooded στο Αγγλικά.

Η λέξη blooded στο Αγγλικά σημαίνει αίμα, αίμα, ενέργεια, αίμα, αίμα, ζουμί, -, αδερφός, μυώ, μυώ, αμάχη, έχθρα, λουκάνικο αίματος, επίπεδο αλκοόλ στο αίμα, αίμα, σκληρή προσπάθεια, ένταση, τράπεζα αίματος, βιολογικός αδερφός, αδερφός εξ αίματος, σταυραδερφός, αιμοσφαίριο, γενική εξέταση αίματος, ματωμένο διαμάντι, ασθένεια του αίματος, αιμοδοσία, αιμοδότης, αιμοδοσία, βεντέτα, κυκλοφορία του αίματος, Το αίμα νερό δεν γίνεται., συκοφαντία του αίματος, λίβελος του αίματος, απώλεια αίματος, ματωμένα χρήματα, αποζημίωση που καταβάλλει ο δολοφόνος στην οικογένεια του θύματος, ματωμένα χρήματα, αιμάτινο φεγγάρι, σανγκουΐνι, γενική εξέταση αίματος, πλάσμα αίματος, σηψαιμία, πίεση, περιχειρίδα σφυγµοµανόµετρου, κατακόκκινος, κατακόκκινο, συγγένεια εξ αίματος, συγγενής εξ αίματος, λουκάνικο αίματος, επίχρισμα αίματος, εξέταση επιχρίσματος αίματος, λεκές από αίμα, ζάχαρο, ζάχαρο, επίπεδο σακχάρου στο αίμα, παροχή αίματος, αιματολογική εξέταση, μετάγγιση αίματος, ομάδα αίματος, ομάδα αίματος, αιμοφόρο αγγείο, εξέταση αίματος, έντονος, λουτρό αίματος, αφαίμαξη, αιματοχυσία, γαλάζιο αίμα, γαλαζοαίματος, γαλαζοαίματη, γενική αίματος, ομφάλιο αίμα, ματώνω, σάρκα και οστά, αίμα, ετεροθαλής αδερφός, ετεροθαλής αδερφή, μπάσταρδος, ημίαιμο, ετεροθαλής, ημίαιμος, υπέρταση, εν ψυχρώ, το νήμα της ζωής, χαμηλός αριθμός των κυττάρων του αίματος, υπόταση, αίμα πυλαίας φλέβας, ερυθρό αιμοσφαίριο, συγγενής εξ'αίματος, προκαλώ αιματοχυσία, προκαλώ αιματοχυσία, εκμεταλλεύομαι τη μειονεκτική θέση του αντιπάλου, για να εξασφαλίσω τη δική μου υπεροχή, αναλαμβάνω δράση εναντίον κάποιου, χύνω αίμα, φτύνω αίμα, χύνω αίμα, λευκό αιμοσφαίριο, ολικό αίμα, από τους ίδιους γονείς, είμαι απόλυτα δεσμευτικός, είμαι οριστικός. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης blooded

αίμα

noun (red fluid in body)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
After the fight, his face was covered in blood.
Μετά τον καυγά, το πρόσωπό του ήταν γεμάτο αίμα.

αίμα

noun (literary (bloodshed)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There was much blood before the battle's end.
Έγινε μεγάλη αιματοχυσία πριν από το τέλος της μάχης.

ενέργεια

noun (figurative (life)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Years of struggle drained the blood from him.
Ο πολύχρονος αγώνας του απομύζησε την ενέργειά του.

αίμα

noun (lineage)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My parents are from Dublin, so I have Irish blood.
Οι γονείς μου είναι από το Δουβλίνο και γι' αυτό έχω ιρλανδικό αίμα.

αίμα

adjective (related biologically)

(ουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.)
Genetic evidence proves that there is a blood relationship between the child and the father.

ζουμί

noun (juice)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The blood of a beet is bright purple.

-

noun (figurative (temperament) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
His hot blood often gets him into trouble.
Είναι θερμόαιμος και αυτό τον βάζει συχνά σε μπελάδες.

αδερφός

noun (figurative, slang (friend) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
What's up, blood?

μυώ

transitive verb (hunting dog)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You must blood the hounds so they will hunt the rabbits.

μυώ

transitive verb (initiate into hunting)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The master of the hunt blooded the novice in a special ceremony.

αμάχη, έχθρα

noun (figurative (resentment, acrimony)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There has been bad blood between the two women for many years.

λουκάνικο αίματος

noun (sausage made with blood)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

επίπεδο αλκοόλ στο αίμα

plural noun (amount of alcohol in bloodstream)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αίμα

noun (informal (gore)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σκληρή προσπάθεια

noun (informal, figurative (violent struggle, effort)

It takes blood and guts to win a war.

ένταση

noun (figurative (violence, intensity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
For all his blood and thunder on the football field, Mark is a kind and gentle man.

τράπεζα αίματος

noun (for donated blood)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The blood bank provides blood for surgery and transfusions.

βιολογικός αδερφός, αδερφός εξ αίματος

noun (biological male sibling)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He's not my blood brother, just my step brother.

σταυραδερφός

noun (figurative (loyal male friend)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
They cut their palms and shook hands to become blood brothers.

αιμοσφαίριο

noun (corpuscle)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

γενική εξέταση αίματος

noun (number of cells in [sb]'s blood)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ματωμένο διαμάντι

noun (gem mined to fund war)

The civil war in Sierra Leone was funded by diamonds, which gave rise to the movie "Blood Diamond".

ασθένεια του αίματος

noun (disease affecting the blood)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Sickle cell anemia is a type of blood disease.

αιμοδοσία

noun (giving blood)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αιμοδότης

noun (person who donates blood)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I'm a regular blood donor; I have donated 119 pints.

αιμοδοσία

noun (event: blood donation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I'll be giving my 95th pint at the blood drive on Monday.

βεντέτα

noun (family vendetta)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Their father's heinous murder started a blood feud.

κυκλοφορία του αίματος

noun (blood circulation)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Blockages in the arteries of the leg can cause low blood flow, and pain while walking.

Το αίμα νερό δεν γίνεται.

expression (figurative (family relationships are strongest) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Neil will always support his brother's position on this matter because blood is thicker than water.

συκοφαντία του αίματος, λίβελος του αίματος

noun (religion: alleged human sacrifice) (θρησκεία)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

απώλεια αίματος

noun (amount of blood haemorrhaged)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ματωμένα χρήματα

noun (payment to a hired killer) (μεταφορικά)

The assassin never told his wife that the money he gave her was blood money; he lied about it.

αποζημίωση που καταβάλλει ο δολοφόνος στην οικογένεια του θύματος

noun (payment to murder victim's kin)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ματωμένα χρήματα

noun (figurative (earned by sacrificing others) (μεταφορικά)

Judas received blood money when he betrayed Jesus. She considered money earned at the cost of so many people's lives 'blood money' and refused to accept it.

αιμάτινο φεγγάρι

noun (in total lunar eclipse) (μεταφορικά)

σανγκουΐνι

(fruit)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

γενική εξέταση αίματος

noun (blood cell count)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

πλάσμα αίματος

noun (yellowish fluid in blood)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
More than half of total blood volume is blood plasma.

σηψαιμία

noun (condition: septicemia)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πίεση

noun (on vessels) (του αίματος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The doctor told me that my blood pressure was rather high.
Ο γιατρός μου είπε ότι έχω υψηλή πίεση.

περιχειρίδα σφυγµοµανόµετρου

noun (medical device)

The nurse placed a blood pressure cuff around my arm.

κατακόκκινος

adjective (vibrantly red)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She was wearing blood red lipstick.

κατακόκκινο

noun (vibrant red colour) (χρώμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
That carpet is a garish blood red.

συγγένεια εξ αίματος

noun (biological relative)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
My African friend calls me his American mother, but of course I'm not a blood relation.

συγγενής εξ αίματος

noun (biological relation)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Parents, siblings, and grandparents are all blood relatives.

λουκάνικο αίματος

(cuisine)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

επίχρισμα αίματος

noun (blood specimen on microscope slide)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

εξέταση επιχρίσματος αίματος

noun (blood test)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

λεκές από αίμα

noun (dried blood mark)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Wash blood stains in cold water or you'll never get them out of fabric.

ζάχαρο

noun (glucose in blood)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Hypoglycemia means you have a low level of blood sugar.
Η υπογλυκαιμία προκαλείται από χαμηλά επίπεδα ζαχάρου.

ζάχαρο

noun (glucose in blood: level)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
High blood sugar is a sign of diabetes.

επίπεδο σακχάρου στο αίμα

noun (glucose in blood: amount)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Sometimes my blood sugar level drops and I pass out.

παροχή αίματος

noun (circulation)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αιματολογική εξέταση

noun (lab test on blood sample)

His blood test showed a high cholesterol level.
Η αιματολογική εξέτασή του έδειξε υψηλά επίπεδα χοληστερόλης.

μετάγγιση αίματος

noun (transfer: donor blood)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Many people get blood transfusions after car accidents to replace the blood they lost from their wounds.

ομάδα αίματος

noun (blood group, classification)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The most common blood type is O negative.

ομάδα αίματος

noun (classifying blood by group)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αιμοφόρο αγγείο

noun (vein, artery or capillary)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
His eyes were so irritated that the blood vessels were very visible.

εξέταση αίματος

noun (blood test)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A yearly physical examination typically includes blood work.

έντονος

noun as adjective (figurative (violent, intense)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Tonight's match is set to be a blood-and-thunder encounter.

λουτρό αίματος

noun (figurative (massacre) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The battle was a bloodbath, with 10,000 soldiers killed.

αφαίμαξη

noun (treatment: cutting open a vein) (κυριολεκτικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αιματοχυσία

noun (figurative (violence, bloodshed)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

γαλάζιο αίμα

noun (figurative (aristocratic or royal descent) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

γαλαζοαίματος, γαλαζοαίματη

noun (figurative (aristocratic, royal person) (μεταφορικά)

Queen Elizabeth II is a blue blood.

γενική αίματος

noun (medicine: diagnostic blood test)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ομφάλιο αίμα

noun (blood from umbilical cord)

ματώνω

(make blood flow)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The swordsman's thrust drew blood.

σάρκα και οστά

noun (human body, human nature)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αίμα

noun (relative, offspring) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν μπορεί να την απαρνηθεί γιατί είναι αίμα του.

ετεροθαλής αδερφός, ετεροθαλής αδερφή

noun (sibling with one parent in common)

μπάσταρδος

noun (offensive (person of mixed race) (προσβλητικό, μεταφορικά)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)

ημίαιμο

noun (animal of mixed breed) (για ζώα)

That beautiful dog is a half blood.

ετεροθαλής

adjective (sibling: with one parent in common)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ημίαιμος

adjective (animal: of mixed breed)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

υπέρταση

noun (medicine: hypertension) (παθολογία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Exercise and diet are the best way to control high blood pressure.

εν ψυχρώ

adverb (figurative (without emotion)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
The gunman killed his victim in cold blood.

το νήμα της ζωής

noun (literary (blood: symbol of life)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She watched as his eyes slowly closed and his lifeblood seeped away.

χαμηλός αριθμός των κυττάρων του αίματος

noun (low number of cells in [sb]'s blood)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
A low blood count may indicate that you have anaemia.

υπόταση

noun (hypotension)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Low blood pressure can make you feel dizzy.

αίμα πυλαίας φλέβας

noun (biology: blood carried by portal vein)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ερυθρό αιμοσφαίριο

noun (red corpuscle: component of blood)

Red blood cells carry oxygen around the body.

συγγενής εξ'αίματος

adjective (born to the same family)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She's my aunt, though we're not related by blood.

προκαλώ αιματοχυσία

(cause blood to flow)

προκαλώ αιματοχυσία

(cause injury or death)

εκμεταλλεύομαι τη μειονεκτική θέση του αντιπάλου, για να εξασφαλίσω τη δική μου υπεροχή

verbal expression (figurative (sense a chance for victory)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αναλαμβάνω δράση εναντίον κάποιου

verbal expression (figurative (be eager to attack [sb])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χύνω αίμα

(wound or kill)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The terrorists have spilled the blood of innocents in the name of their cause.

φτύνω αίμα, χύνω αίμα

verbal expression (figurative, informal (work extremely hard)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I sweat blood for that woman - I don't know what more she could expect.

λευκό αιμοσφαίριο

noun (white corpuscle, leukocyte)

As she recovered, her white blood cell count dropped into the normal range.

ολικό αίμα

noun (blood directly from body)

από τους ίδιους γονείς

expression (formal (sharing both parents)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
All four of them are siblings of the whole blood.
Και τα τέσσερα αδέρφια τους έχουν τους ίδιους γονείς.

είμαι απόλυτα δεσμευτικός

verbal expression (figurative (agreement: be binding)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
George tried to get out of the contract, but it seemed it was written in blood.

είμαι οριστικός

verbal expression (figurative (event, outcome: be inevitable)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Just because you do this now, it doesn't mean you can't change your mind later; nothing's written in blood.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του blooded στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του blooded

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.