Τι σημαίνει το boarded στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης boarded στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του boarded στο Αγγλικά.

Η λέξη boarded στο Αγγλικά σημαίνει καλυμμένος με σανίδια, σανίδα, τάβλα, σανίδα, πινακίδα, ταμπλό, πίνακας, συμβούλιο, διατροφή, επιβιβάζομαι, μένω, ζω, τοίχος, εξετάσεις, επιβίβαση, είμαι οικότροφος, είμαι εσωτερικός. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης boarded

καλυμμένος με σανίδια

adjective (window, etc.: covered with wooden boards)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σανίδα

noun (wooden plank)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Somebody put a board over the mud so people could walk on it.
Κάποιος έβαλε μια σανίδα πάνω από τη λασπωμένη επιφάνεια, για να μπορεί να περάσει ο κόσμος.

τάβλα, σανίδα

noun (often plural (wooden rectangle)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
During hurricanes, put boards over the windows.
Κατά τη διάρκεια των τυφώνων, τοποθετήστε τάβλες (or: σανίδες) στα παράθυρα.

πινακίδα

noun (stiff card, placard)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The chauffeur held a board with John's name on it.
Ο σοφέρ κρατούσε μια πινακίδα που έγραφε το όνομα του Τζον.

ταμπλό

noun (flat surface for playing a game)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
To win at backgammon, you must be first to remove all your pieces from the board.
Για να νικήσεις στο τάβλι, πρέπει να βγάλεις πρώτος όλα τα πούλια σου από το ταμπλό.

πίνακας

noun (school: writing surface)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Come to the front of the class to write the answers on the board.
Έλα στο μπροστινό μέρος της τάξης για να γράψεις τις απαντήσεις στον πίνακα.

συμβούλιο

noun (management group)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Dr. Kimball was just appointed to the board of directors.
Ο Δρ Κίμπαλ μόλις διορίστηκε στο διοικητικό συμβούλιο.

διατροφή

noun (meals with accommodation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The scholarship includes room and board.
Η υποτροφία περιλαμβάνει διαμονή και σίτιση.

επιβιβάζομαι

transitive verb (get on: vehicle, ship, plane) (σε κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The Smiths boarded the ship for America.
Οι Σμιθ επιβιβάστηκαν στο πλοίο για την Αμερική.

μένω, ζω

intransitive verb (lodge) (με κάποιον)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Jason boarded with a family while at university.
Ο Τζέισον έμενε (or: ζούσε) με μια οικογένεια όσο σπούδαζε στο πανεπιστήμιο.

τοίχος

noun (hockey rink) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The board is closed for repairs, so all hockey games have been rescheduled.

εξετάσεις

plural noun (US (examination)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Medical students must pass the boards before starting to practice.

επιβίβαση

intransitive verb (transport: be boarded)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The plane is going to board in five minutes.
Η επιβίβαση στο αεροπλάνο θα ξεκινήσει σε πέντε λεπτά.

είμαι οικότροφος, είμαι εσωτερικός

intransitive verb (school: be boarding pupil)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
James isn't a day boy, he boards.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του boarded στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του boarded

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.