Τι σημαίνει το connu στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης connu στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του connu στο Γαλλικά.

Η λέξη connu στο Γαλλικά σημαίνει ξέρω, ξέρω, γνωρίζω, ξέρω, έχω στο μυαλό μου, ξέρω, γνωρίζω, ξέρω, γνωρίζω, γνωρίζομαι, περνάω, γνωρίζω, ζω, λέω, υπομένω, υφίσταμαι, αντέχω, ξέρω, ζω, γνώση, γνωστός, διάσημος, γνωστός, γνωστός, ξακουστός, γνωστό, μεγάλου κύρους, γνωστός, διάσημος, αναγνωρισμένος, εξέχων, γνώριμος, αναγνωρίσιμος, ενθουσιάζω, άψογα καταρτισμένος, ειδήμων, δεν γνωρίζομαι με κάποιον, εν αγνοία, είμαι στην πιάτσα, έχω οικειότητα, έχω γνώση, γνωρίζομαι καλύτερα, ξέρω καναδυό πραγματάκια, ξέρω ένα δυο πράγματα, ξέρω απέξω, ξέρω τι παίζει με κτ, ξέρω τι παίζει, ξέρω τι παίζεται, είμαι πολύ καλός σε κτ, ξέρω από κτ, μαθαίνω,γνωρίζω, επιδεινώνομαι, χειροτερεύω, δεν έχω όρια, έχω τις πληροφορίες, δεν γνωρίζω τίποτα για κτ, δεν ξέρω τίποτα για κτ, ξέρω κτ πολύ καλά, εξοικειώνομαι, γνωρίζω, μαθαίνω, αντιμετωπίζω οικονομικές δυσκολίες, ξέρω πώς γίνεται κτ, κάνω κτ γνωστό, γνωρίζομαι, γνωρίζω εκ των προτέρων, παρουσιάζομαι/παραδίνομαι στην αστυνομία, προβλέπω, είμαι έμπειρος σε, κάνω γνωστό, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, κατανοώ, μορφωμένος, ειδήμων σε κτ, γνώστης του κτ, άσχετος με κτ, γνώστης, γνώστρια, δεινός γνώστης, δεινή γνώστρια, δεν έχουμε γνωριστεί, ξέρω σαν την παλάμη του χεριού μου, ξέρω κπ απ' έξω κι ανακατωτά, αναπτύσσομαι, βρίσκω τον εαυτό μου, δεν ξέρω από κτ, που δεν γνωρίζει κτ, ενημερωμένος, πληροφορημένος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης connu

ξέρω

(un endroit, une réponse)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je connais la réponse.
Γνωρίζω την απάντηση.

ξέρω, γνωρίζω

verbe transitif (une personne) (γνωριμία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tu connais Julie ?
Γνωρίζεστε με την Τζούλι;

ξέρω

verbe transitif (être familier avec)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il connaît le football mieux que tout le monde.
Ξέρει ποδόσφαιρο καλύτερα από τον καθένα.

έχω στο μυαλό μου

verbe transitif (percevoir)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Je la connais comme étant une femme intègre.
Την έχω για ακέραιη προσωπικότητα.

ξέρω, γνωρίζω

verbe transitif (une leçon, l'alphabet,...) (παγιωμένη γνώση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Elle n'a que trois ans mais elle connaît (or: sait) l'alphabet.
Είναι μόνο τριών ετών, αλλά ξέρει (or: γνωρίζει) την αλφαβήτα.

ξέρω, γνωρίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Δεν μπορώ να σου πω γιατί δεν ξέρω αυτή την πληροφορία.

γνωρίζομαι

verbe transitif (une personne) (με κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό και αλληλοπαθητικό: Φανερώνει ότι η ενέργεια την οποία εκτελούν τα υποκείμενα επιστρέφει στα ίδια τα υποκείμενα, π.χ. αγαπιούνται (=αγαπάνε ο ένας τον άλλον) κλπ. Συχνά ξεκινάει με το πρόθημα αλληλο-)

περνάω

verbe transitif (une période de stagnation, doute,...)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Ο Νίκος πέρασε πολλά στην παιδική του ηλικία.

γνωρίζω

(une chose,...) (κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ce bateau a connu des jours meilleurs.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Αν και σχετικά νέος έχω δει πολλά στη ζωή μου.

λέω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jimmy connaît son alphabet.

υπομένω, υφίσταμαι, αντέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Nos grands-parents ont connu la guerre, ils savent ce que c'est de tout perdre.

ξέρω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ζω

(une expérience)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Elle a vécu le pire moment de sa vie dans cette prison.
Έζησε τις χειρότερες στιγμές της ζωής της σε εκείνη φυλακή.

γνώση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Personne n'a une meilleure connaissance que lui des routes de la région.

γνωστός

adjectif (αναγνωρίσιμος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
C'est un tueur en série connu.
Είναι ένας γνωστός δολοφόνος.

διάσημος, γνωστός

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
De nombreux acteurs et actrices sont connus dans le monde entier.
Πολλοί ηθοποιοί, άντρες και γυναίκες, είναι γνωστοί σε ολόκληρο τον κόσμο.

γνωστός, ξακουστός

adjectif (διάσημος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Il est connu pour ses manifestations.
Είναι γνωστός (or: ξακουστός) για τις πορείες διαμαρτυρίας του.

γνωστό

adjectif (Mathématiques) (μαθηματικά: με τιμή)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Si x et y sont connus, on peut trouver z.
Αν το x και το y είναι γνωστά (or: δεδομένα), μπορούμε να βρούμε το z.

μεγάλου κύρους

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

γνωστός

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

διάσημος

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Je n'ai jamais voulu être célèbre (or: connu).
Ποτέ δεν ήθελα να γίνω γνωστή.

αναγνωρισμένος

adjectif

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Un éminent chercheur a présenté une conférence à l'université.

εξέχων

adjectif (λόγιος)

(μετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.)
La tour Eiffel est un monument parisien célèbre.
Ο Πύργος του Άιφελ είναι ένα πασίγνωστο παριζιάνικο αξιοθέατο.

γνώριμος, αναγνωρίσιμος

adjectif (vu fréquemment)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Son visage est familier (or: connu) par ici.
Είναι γνώριμο (or: αναγνωρίσιμο) πρόσωπο εδώ γύρω.

ενθουσιάζω

(figuré : le public)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

άψογα καταρτισμένος

locution verbale (plus familier)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ειδήμων

locution verbale (un peu familier)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
En poésie italienne du XIIIe siècle, on peut dire que Gina s'y connaît.

δεν γνωρίζομαι με κάποιον

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Η Ντάιαν και ο Μαρκ δεν γνωρίζονται. Δεν έχουν συναντηθεί ποτέ.

εν αγνοία

verbe transitif

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ignorer la loi n'est pas une excuse pour ne pas la respecter.

είμαι στην πιάτσα

(figuré, familier) (αργκό, μτφ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Il a de la bouteille et sait à quoi s'attendre.
Είναι περπατημένος και ξέρει τι να περιμένει.

έχω οικειότητα

J'ai entendu parler d'elle mais nous ne nous connaissons pas bien.

έχω γνώση

(un peu familier) (με γενική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

γνωρίζομαι καλύτερα

locution verbale

Les deux hommes ont appris à se connaître quand ils étaient à la fac.

ξέρω καναδυό πραγματάκια, ξέρω ένα δυο πράγματα

(familier) (καθομιλουμένη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Après vingt ans à ce poste, il en connaît un rayon niveau construction.

ξέρω απέξω

verbe transitif (une leçon,...)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Les élèves devaient connaître le poème par cœur.

ξέρω τι παίζει με κτ

(καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
De toute évidence, Chloe connaît les tenants et les aboutissants du métier d'agent immobilier.

ξέρω τι παίζει, ξέρω τι παίζεται

locution verbale (figuré, familier) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Elle dit que le chèque est dans le courrier, mais je connais la chanson : elle essaie de ne pas nous payer.

είμαι πολύ καλός σε κτ

verbe pronominal (familier)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ma prof s'y connaît en histoire : elle a réponse à tout !

ξέρω από κτ

μαθαίνω,γνωρίζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tu n'es pas la femme que j'avais appris à connaître. Tu as changé.
Δεν είσαι η γυναίκα που έμαθα (or: γνώρισα). Έχεις αλλάξει.

επιδεινώνομαι, χειροτερεύω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

δεν έχω όρια

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
L’imagination de J.K. Rowling ne connaît pas de limites.

έχω τις πληροφορίες

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Je ne peux émettre de jugements sans connaître tous les faits.

δεν γνωρίζω τίποτα για κτ, δεν ξέρω τίποτα για κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Je dois avouer que je ne connais rien à la littérature américaine.

ξέρω κτ πολύ καλά

(assez familier)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Elle a eu 20/20 à son interrogation d'espagnol parce qu'elle connaissait ses conjugaisons sur le bout des doigts.

εξοικειώνομαι, γνωρίζω, μαθαίνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je dois apprendre à vous connaître avant de faire affaire avec vous.
Πρέπει να σε μάθω (or: γνωρίσω) πριν ξεκινήσουμε μαζί μια επιχείρηση. Θα ήθελα να σε γνωρίσω καλύτερα.

αντιμετωπίζω οικονομικές δυσκολίες

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ξέρω πώς γίνεται κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κάνω κτ γνωστό

γνωρίζομαι

verbe pronominal

(ρήμα μεταβατικό και αλληλοπαθητικό: Φανερώνει ότι η ενέργεια την οποία εκτελούν τα υποκείμενα επιστρέφει στα ίδια τα υποκείμενα, π.χ. αγαπιούνται (=αγαπάνε ο ένας τον άλλον) κλπ. Συχνά ξεκινάει με το πρόθημα αλληλο-)
Est-ce que vous vous connaissez ?
Εσείς οι δύο γνωρίζεστε ήδη;

γνωρίζω εκ των προτέρων

verbe transitif

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Je connaissais le sujet d'examen à l'avance.
Γνώριζα εκ των προτέρων τι θα πέσει στο διαγώνισμα των μαθηματικών.

παρουσιάζομαι/παραδίνομαι στην αστυνομία

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Les enquêteurs ont demandé à toute personne ayant vu quelque chose de se présenter.
Οι υπεύθυνοι της έρευνας παρακάλεσαν όσους είχαν πληροφορίες για το έγκλημα να παρουσιαστούν στην αστυνομία.

προβλέπω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

είμαι έμπειρος σε

(un peu familier)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Depuis le temps que je travaille en informatique, je m'y connais en langages de programmation.

κάνω γνωστό

verbe transitif

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
J'ai toujours fait connaître mon avis : tout le monde sait que je ne l'aime pas.

αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, κατανοώ

(assez familier)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μορφωμένος

(με σπουδές)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Bien qu'il soit techniquement un historien de la Renaissance, l'intellectuel s'y connaît beaucoup en histoire médiévale.

ειδήμων σε κτ, γνώστης του κτ

(soutenu)

άσχετος με κτ

locution verbale

Ce n'est pas à moi qu'il faut demander ça, je n'y connais rien aux bébés !

γνώστης, γνώστρια

(κάποιου θέματος)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Le chercheur possédait de solides connaissances sur le cycle de vie de la bactérie E. coli.
Ο ερευνητής έχει πολλές γνώσεις για τον κύκλο ζωής των βακτηρίων E.coli.

δεινός γνώστης, δεινή γνώστρια

(με γενική: ενός θέματος)

δεν έχουμε γνωριστεί

verbe transitif (ξένος με κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ξέρω σαν την παλάμη του χεριού μου

verbe transitif (un lieu)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Je ne me perds jamais dans ce quartier : je le connais comme ma poche.

ξέρω κπ απ' έξω κι ανακατωτά

(καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αναπτύσσομαι

(entreprise,...)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Notre entreprise s'est développée rapidement cette année.
Η επιχείρηση μας έχει μεγαλώσει πολύ φέτος.

βρίσκω τον εαυτό μου

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Je prends une année de congé pour voyager et me trouver.

δεν ξέρω από κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Φαίνεται πως η Μάρσα δεν ξέρει από καλούς τρόπους. Της έστειλα ένα δώρο την περασμένη εβδομάδα και ακόμη δε με έχει ευχαριστήσει.

που δεν γνωρίζει κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Je connais mal les méthodes statistiques que tu décris.
Δεν γνωρίζω τις στατιστικές μεθόδους που περιγράφετε.

ενημερωμένος, πληροφορημένος

(un peu familier) (για κτ/σχετικά με κτ)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Lisa s'y connaît en histoire américaine : elle a eu un A+ à sa dissertation.
Η Λίζα έχει πολλές γνώσεις για την Αμερικανική ιστορία. Πήρε Α+ στην έκθεσή της.

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του connu στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του connu

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.