Τι σημαίνει το connaissance στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης connaissance στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του connaissance στο Γαλλικά.

Η λέξη connaissance στο Γαλλικά σημαίνει γνώση, συνείδηση, γνωστός, γνωστή, γνώση, γνώση, δεδομένα, στοιχεία, μόρφωση, παιδεία, αντίληψη, γνώση, επίγνωση, εξοικείωση, επίγνωση, παράδοση, επιτυχία, ευχέρεια, γνωριμία, γνώση, συνειδητά, εσκεμμένα, Χαίρω πολύ, εμπεριστατωμένος, ξέρω, γνωρίζω, σκοτοδίνη, ενήμερος, γνώστης, απ' όσο ξέρω, απ' όσο γνωρίζω, απ' όσο ξέρω, απ' όσο γωρίζω, με σύνεση, σαρκική επαφή, θεωρία, πολύ καλός φίλος, καρδιακός φίλος, κολλητός, ενορατική γνώση, βαθιά γνώση, έχω γνώση, ξέρω καλά, γνωρίζω καλά, γνωρίζω κτ καλά, γνωρίζω, εφιστώ την προσοχή κπ σε κτ, γνωρίζομαι, χάνω τις αισθήσεις μου, αναίσθητος, λιπόθυμος, διορατικότητα, ενορατικότητα, διαίσθηση, γνωρίζομαι με κπ, αναίσθητος, απ'όσο ξέρεις, λιποθυμώ, γνώση από πρώτο χέρι, αυτογνωσία, -. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης connaissance

γνώση

nom féminin (γεγονότος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Bien qu'elle ait eu connaissance de la tromperie de son mari, elle garda le secret.
Είχε γνώση για το ειδύλλιο, αλλά το κράτησε μυστικό από τον άντρα της.

συνείδηση

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Quand Harry a repris connaissance, il s'est retrouvé dans un lit d'hôpital.

γνωστός, γνωστή

nom féminin (personne)

γνώση

nom féminin (κατανόηση)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le psychologue avait une grande connaissance de la nature humaine.
Ο ψυχολόγος είχε βαθιά γνώση της ανθρώπινης φύσης.

γνώση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Personne n'a une meilleure connaissance que lui des routes de la région.

δεδομένα, στοιχεία

nom féminin (πραγματικά στοιχεία)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Nous avons une meilleure connaissance des problèmes du sommeil de nos jours qu'autrefois.
Σήμερα έχουμε πολύ περισσότερα δεδομένα (or: στοιχεία) για τις διαταραχές του ύπνου σε σχέση με παλαιότερα.

μόρφωση, παιδεία

(scolaire)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Ce cours me permettra d'élargir mes connaissances sur le sujet.
Αυτό το μάθημα θα προσθέσει στη μόρφωσή μου όσον αφορά αυτό το αντικείμενο.

αντίληψη, γνώση, επίγνωση

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Ma connaissance ne s'étend pas à ce domaine.

εξοικείωση

nom féminin (με αντικείμενο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
J'ai quelques connaissances en chimie organique, mais je ne suis pas un expert.

επίγνωση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Η επίγνωση των θέσεων των συμπαιχτών του, τον έκανε σπουδαίο μπασκετμπολίστα.

παράδοση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Selon la tradition locale, cette maison serait hantée par la victime d'un meurtre.
Η λαϊκή παράδοση λέει ότι το σπίτι είναι στοιχειωμένο από το θύμα ενός φόνου.

επιτυχία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le rapport compare la réussite professionnelle des hommes à celle des femmes à poste égal.
Η έκθεση συγκρίνει τα επιτεύγματα καριέρας για άνδρες και γυναίκες σε παρόμοιες θέσεις.

ευχέρεια

nom féminin (langues)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Son peu de maîtrise de la langue française rendait difficile la nouvelle vie de Barry à Paris.
Το γεγονός ότι δεν είχε ευχέρεια στα Γαλλικά, έκανε αρκετά δύσκολη τη νέα ζωή του Μπάρυ στο Παρίσι.

γνωριμία

nom féminin (απλή)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

γνώση

(sujet) (κάποιου θέματος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

συνειδητά, εσκεμμένα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

Χαίρω πολύ

(επίσημο)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Enchanté. Je suis ravi de vous rencontrer.

εμπεριστατωμένος

(décision, choix)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Comme Peter voulait prendre une décision éclairée sur l'université qu'il allait fréquenter, il a fait des recherches.
Ο Πήτερ ήθελε να πάρει την απόφασή του σχετικά με το πανεπιστήμιο στο οποίο θα πάει έχοντας γνώσει όλων των παραμέτρων και έτσι έκανε την έρευνά του.

ξέρω, γνωρίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Δεν μπορώ να σου πω γιατί δεν ξέρω αυτή την πληροφορία.

σκοτοδίνη

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Sam a été pris d'un évanouissement quand sa tension artérielle a chuté d'un coup.

ενήμερος, γνώστης

(un peu soutenu)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Le Gouvernement est au fait de la pénurie de professeurs et a mis en place des mesures pour susciter les vocations.
Η κυβέρνηση είναι γνώστης (or: ενήμερη) της έλλειψης δασκάλων και έχει θέσει μέτρα προκειμένου να ενθαρρύνει περισσότερους ανθρώπους να επιλέξουν το συγκεκριμένο επάγγελμα.

απ' όσο ξέρω, απ' όσο γνωρίζω

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Pour autant que je sache, la banque a accepté le prêt. // Pour autant que je sache, le patron est dans son bureau.
Απ' όσο ξέρω, η τράπεζα ενέκρινε το δάνειο. Το αφεντικό είναι στο γραφείο, απ' όσο γνωρίζω.

απ' όσο ξέρω, απ' όσο γωρίζω

locution adverbiale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

με σύνεση

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

σαρκική επαφή

(vieux, biblique)

θεωρία

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πολύ καλός φίλος, καρδιακός φίλος, κολλητός

nom féminin (personne)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ενορατική γνώση

nom féminin

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

βαθιά γνώση

nom féminin

Il avait une connaissance approfondie de l'astronomie.

έχω γνώση

(un peu familier) (με γενική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ξέρω καλά, γνωρίζω καλά

Les chauffeurs de taxi doivent avoir une bonne connaissance de toutes les rues de la ville.

γνωρίζω κτ καλά

J'ai une solide connaissance du sujet.

γνωρίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

εφιστώ την προσοχή κπ σε κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

γνωρίζομαι

locution verbale

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

χάνω τις αισθήσεις μου

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αναίσθητος, λιπόθυμος

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

διορατικότητα, ενορατικότητα, διαίσθηση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Sa perspicacité quant à l'esprit de l'Homme était fascinante.
Η διορατικότητά του για το ανθρώπινο μυαλό ήταν εντυπωσιακή.

γνωρίζομαι με κπ

αναίσθητος

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Elle a titubé un moment puis elle est tombée sans connaissance à mes pieds.

απ'όσο ξέρεις

locution adverbiale

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

λιποθυμώ

locution verbale

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Sa blessure à la tête au cours de l'accident de voiture le fit perdre connaissance.
Ο τραυματισμός που υπέστη στο κεφάλι κατά τη διάρκεια του ατυχήματος τον έκανε να χάσει τις αισθήσεις του.

γνώση από πρώτο χέρι

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αυτογνωσία

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

-

(dans le coma,...) (λιποθυμία, απώλεια αισθήσεων)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Il est tombé dans le coma.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Ο ασθενής έπεσε σε κώμα και η οικογένειά του άρχισε να απελπίζεται.

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του connaissance στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του connaissance

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.