Τι σημαίνει το dip into στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης dip into στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του dip into στο Αγγλικά.

Η λέξη dip into στο Αγγλικά σημαίνει δοκιμάζω για λίγο, βάζω χέρι σε κτ, λακκούβα, πτώση, ντιπ, κατηφορική κλίση, πέφτω, βουτάω, βουτώ, βουτάω κτ σε κτ, βουτώ κτ σε κτ, βουτάω κτ μέσα σε κτ, βουτώ κτ μέσα σε κτ, βουτιά, βύθιση, αργόστροφος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης dip into

δοκιμάζω για λίγο

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative, informal (read, sample briefly) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Whenever I have quarter of an hour to spare I like to dip into Saki's 'Collected Short Stories'.

βάζω χέρι σε κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative, informal (savings: make use of) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'm so short of money at the moment that I keep having to dip into my precious savings.
Αυτή την περίοδο, έχω τόσες μεγάλες αφραγκίες που συνεχώς βάζω χέρι στις πολύτιμες οικονομίες μου.

λακκούβα

noun (depression in land)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There was a dip between the two fields where water collected.
Υπήρχε ένας λάκκος ανάμεσα στα δύο χωράφια όπου συλλέγονταν νερό.

πτώση

noun (market decline)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The dip in the market caused some investors concern.
Η πτώση (or: βουτιά) της αγοράς προκάλεσε την ανησυχία κάποιων επενδυτών.

ντιπ

noun (food: sauce)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Susan served crudités and dips as an appetizer.
Η Σούζαν σέρβιρε στικ φρέσκων λαχανικών με ντιπ για ορεκτικό.

κατηφορική κλίση

intransitive verb (land: slope) (σε έδαφος, δρόμο)

The road dips as it goes into the valley.
Ο δρόμος παίρνει κατηφορική κλίση καθώς προχωράει στην κοιλάδα.

πέφτω

intransitive verb (stocks: decline) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Share prices dipped this afternoon.
Οι τιμές των μετοχών έπεσαν σήμερα το απόγευμα.

βουτάω, βουτώ

transitive verb (immerse in liquid)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Alan tested the temperature of the water by dipping his toe.
Ο Άλαν δοκίμασε τη θερμοκρασία του νερού βάζοντας μέσα το δάχτυλό του.

βουτάω κτ σε κτ, βουτώ κτ σε κτ

(immerse in liquid)

Emily dipped the shirt in the hot water.
Η Έμιλυ βύθισε το πουκάμισο στο ζεστό νερό.

βουτάω κτ μέσα σε κτ, βουτώ κτ μέσα σε κτ

(immerse in liquid)

Elizabeth dipped her toes into the water to feel how cold it was.
Η Ελίζαμπεθ βούτηξε τα δάχτυλά της μέσα στο νερό για να αισθανθεί πόσο κρύο ήταν.

βουτιά

noun (informal (quick swim)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
It's nice to go for a dip on a hot day.
Είναι ωραία να πηγαίνεις για μια βουτιά τις ζεστές μέρες.

βύθιση

noun (exercise move) (στη γυμναστική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Jack does thirty dips every morning to strengthen his triceps.

αργόστροφος

noun (pejorative, dated, slang (stupid person)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
What did you do that for, you dip?

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του dip into στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του dip into

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.