Τι σημαίνει το expense στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης expense στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του expense στο Αγγλικά.

Η λέξη expense στο Αγγλικά σημαίνει δαπάνη, έξοδο, δαπάνη, έξοδα, έξοδα, χρεώνω, με υψηλό κόστος, με έξοδα του, εις βάρος, εις βάρος του, εις βάρος, σε βάρος, εις βάρος, σε βάρος, αναλαμβάνω τα έξοδα, αναλαμβάνω τα έξοδα του, επιχειρηματικά έξοδα, εταιρικά έξοδα, διακριτικές δαπάνες, λογαριασμός εξόδων, κοροϊδεύω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης expense

δαπάνη

noun (cost)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
£3000 is too great an expense for a single dress.
3.000 λίρες είναι υπερβολικά μεγάλη δαπάνη για ένα μόνο φόρεμα.

έξοδο

noun ([sth] that costs money)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We need our car to get to work, so it's a necessary expense.
Χρειαζόμαστε το αμάξι μας για να πηγαίνουμε στη δουλειά, επομένως αποτελεί αναγκαίο έξοδο.

δαπάνη

noun (business: outgoing amount)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
In many countries, if you work at home, you can claim a proportion of your electricity bill as a tax-deductible expense.
Σε πολλές χώρες, αν εργάζεσαι απ' το σπίτι, μπορείς να δηλώσεις ένα ποσοστό του λογαριασμού του ηλεκτρικού ως δαπάνη που εκπίπτει από τη φορολογία.

έξοδα

plural noun (costs incurred)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The businessman had a company credit card to pay for his expenses. As long as I earn enough to cover my expenses every month, then I'm happy.
Ο επιχειρηματίας είχε μια εταιρική πιστωτική κάρτα για να πληρώνει τα έξοδά του. Εφόσον κερδίζω αρκετά για να καλύπτω τα έξοδά μου κάθε μήνα, είμαι ικανοποιημένη.

έξοδα

plural noun (money reimbursed)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Angela's salary and expenses were paid directly into her bank account.

χρεώνω

transitive verb (US, informal (charge to company) (κτ σε κπ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

με υψηλό κόστος

adverb (at great financial cost)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
My parents paid my way through four years of college at great expense.

με έξοδα του

adverb (paid for by [sb] else)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Faculty can attend the conference at the university's expense.

εις βάρος

adverb (figurative (causing [sb] discomfort) (μεταφορικά)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
John made a joke at Lina's expense, causing everyone to laugh except Lina, who frowned in dismay.
O Τζον έκανε ένα αστείο εις βάρος της Λίνα, κάνοντας τους πάντες να γελάσουν εκτός από τη Λίνα, που συνοφρυώθηκε με απόγνωση.

εις βάρος του

preposition (figurative (to detriment of [sb])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Many children make cruel jokes at the expense of other children.

εις βάρος, σε βάρος

preposition (figurative (to detriment of [sb]) (με γενική)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

εις βάρος, σε βάρος

preposition (to disadvantage of [sth]) (με γενική)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αναλαμβάνω τα έξοδα

verbal expression (pay)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

αναλαμβάνω τα έξοδα του

verbal expression (pay)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Her father is bearing the expense of the wedding.

επιχειρηματικά έξοδα, εταιρικά έξοδα

noun (often plural (expense incurred in doing business)

διακριτικές δαπάνες

noun (amount spent on [sth] non-essential)

I allow my secretary to spend $20 a week on discretionary expenses.

λογαριασμός εξόδων

noun (account for expenses)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
The director charged her business lunch to her expense account.

κοροϊδεύω

verbal expression (joke about [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The media is currently having a lot of fun at the disgraced politician's expense.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του expense στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του expense

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.