Τι σημαίνει το jogar στο πορτογαλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης jogar στο πορτογαλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του jogar στο πορτογαλικά.

Η λέξη jogar στο πορτογαλικά σημαίνει παίζω, κατευθύνω, παίζω τυχερά παιχνίδια, παίζω, αφήνω κτ άγαρμπα, ρίχνω κτ άγαρμπα, ρίχνω κτ κάτω, κατεβάζω, πετάω, ρίχνω, παίζω, πετάω κτ σε κπ, πετάω, ξεφορτώνομαι, στοιχηματίζω, ποντάρω, εκτοξεύω, εκσφενδονίζω, πετάω, ρίχνω, πετάω κτ σε κπ, ρίχνω, αφήνω κτ με γδούπο, πετάω κτ σε κπ/κτ, παίζω, απεκκρίνω, παίζω, παίζω, τζογάρω, ρίχνω, ρίχνω, κάνω κτ να αναπηδήσει, ρίχνω, ρίχνω, πετάω, πετώ, πετάω, πετώ, πετάω, ρίχνω, πετάω, ρίχνω, ρίχνω, ρίχνω, ρίχνω, ρίχνω ψιλοκρεμαστή μπαλιά, ρίχνω κτ κορώνα γράμματα, γυρίζω, το ρίχνω κορώνα γράμματα, το παίζω κορώνα γράμματα, βάζω μαζί, στοιχηματίζω, πετάω κπ σε κτ, πετάω κπ πάνω σε κτ, ρίχνω κπ σε κτ, ρίχνω κπ πάνω σε κτ, ρίχνω, πετάω, πετώ, ρίχνω, ρίχνω φως σε κπ/κτ, πετάω, πετώ, ρίχνω, καμπουριάζω, είμαι ξαπλωμένος, παραμερίζω, πετάω, ξεφορτώνομαι, σπρώχνω, κουτσομπολεύω, χύνομαι, πέφτω, πέφτω, ρίχνομαι σε κπ, την πέφτω σε κπ, τα ρίχνω σε κπ, ΜΗΝ ΠΕΤΑΤΕ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ, φρεσκάρομαι, ο πρώτος που θα κατηγορήσει, πετάω, παίζω τα χαρτιά μου, τα λέω, κάνω έρευνα, ψαρεύω για στοιχεία, πιάνω κουβέντα, παίζω σύμφωνα με τους κανόνες, παριστάνω τον Θεό, παραδέχομαι την ήττα μου, πετάω στα μούτρα, παίζω βρόμικα, ρίχνω κπ στο στόμα του λύκου, καταλαβαίνω, ρίχνω την ευθύνη σε κάποιον, έχω λεφτά για πέταμα, κάνω κακό στον εαυτό μου, βλάπτω τον εαυτό μου, φλυαρώ, πολυλογώ, παρλάρω, παίζω δίκαια, ξαναρίχνω ζαριά, ξαναρίχνω τα ζάρια, παίζω με κτ, παίζω με χαρτί του ιδίου χρώματος με τον αντίπαλό μου, ξοδεύομαι, παίζω άσχημα, παίζω κακά, ρίχνω πίσω, παίζω με τη μπάλα, πετάω τη μπάλα και μου τη φέρνει πίσω, πετάω, ξεφορτώνομαι, παίζω εναντίον, παίζω με αντίπαλο, παίζω για, πετάω, πετώ, τοποθετώ, βάζω απέναντι, πετάω, ξεφορτώνομαι, πετώ, ρίχνω πάνω μου, πετάω, πετώ, το να είναι κπ ρίπτης, το να είναι κπ πίτσερ, παίζω με τη μπάλα με κπ, παίζω σύμφωνα με τους κανόνες, παίζω γκολφ, κάνω λογοπαίγνιο, παίζω με τις λέξεις, δεν κλέβω, ξεφορτώνομαι. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης jogar

παίζω

verbo transitivo (esportes, jogos)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Quem gostaria de jogar tênis? Vamos brincar de esconde-esconde!
Ποιος θέλει να παίξει τένις;

κατευθύνω

(direcionar a luz, água)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Ele jogou a luz para a entrada.

παίζω τυχερά παιχνίδια

(jogo, aposta)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Menores não têm permissão para apostar.

παίζω

verto intransitivo (Reino Unido)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

αφήνω κτ άγαρμπα, ρίχνω κτ άγαρμπα

verbo transitivo

ρίχνω κτ κάτω

κατεβάζω

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πετάω, ρίχνω

(figurado, BRA) (με κόπο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Kate jogou o sofá velho no lixo.
Η Κέιτ πέταξε με κόπο τον παλιό καναπέ στον κάδο απορριμάτων.

παίζω

verbo transitivo (fazer esportes) (κυριολεκτικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Τα παιδιά πέρασαν το απόγευμά τους παίζοντας.

πετάω κτ σε κπ

Steve jogou as chaves para Janet a fim de que ela pudesse destrancar a porta.

πετάω, ξεφορτώνομαι

(objetos: jogar)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

στοιχηματίζω, ποντάρω

(dinheiro)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

εκτοξεύω, εκσφενδονίζω

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
O garoto jogou suas ervilhas do outro lado da sala. A explosão jogou o homem do outro lado da rua.

πετάω, ρίχνω

(BRA)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
As crianças estavam jogando água umas nas outras.
Τα παιδιά έριχναν νερό το ένα στο άλλο.

πετάω κτ σε κπ

Joga uma toalha para mim?

ρίχνω

(figurado, BRA) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
O ativista político foi jogado na prisão. Jogando alguns livros na bolsa dela, o aluno correu para fora pela porta.

αφήνω κτ με γδούπο

(tombar com baque, fazendo estrondo; cair subitamente)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πετάω κτ σε κπ/κτ

Johnny foi colocado de castigo por jogar um livro no irmão.

παίζω

verbo transitivo (no boliche) (για μπόουλινγκ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ele jogou um jogo perfeito.
Έπαιξε ένα τέλειο παιχνίδι.

απεκκρίνω

(BRA)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
O navio-tanque lançava milhares de galões no mar.

παίζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
É sua vez de jogar.
Είναι σειρά σου να παίξεις.

παίζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
A equipe da casa está atualmente jogando.

τζογάρω

(jogo de azar)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Vamos a Las Vegas uma vez por ano para jogar.

ρίχνω

verbo transitivo (bola de gude)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
O experiente jogador de bola de gude conseguir jogar muito bem.

ρίχνω

verbo transitivo (desde o avião)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A organização de assistência muitas vezes joga suprimentos de aviões em áreas de desastre.

κάνω κτ να αναπηδήσει

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ela jogou uma pedra sobre a superfície do lago.

ρίχνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
O lançador jogou a bola e o batedor errou.

ρίχνω, πετάω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jogou (or: atirou) a bola para o amigo.
Βιάσου και ρίξε την μπάλα!

πετώ

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πετάω, πετώ

verbo transitivo (fora)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Se eu fosse você, eu jogaria fora esses sapatos velhos; eles estão começando a feder.
Αν ήμουν εσύ, θα πετούσα αυτά τα παλιά παπούτσια. Αρχίζουν να μυρίζουν.

πετάω, ρίχνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Devon jogou a bola por cima da placa.
Ο Ντέβον έριξε την μπάλα πάνω από τη βαλβίδα.

πετάω, ρίχνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ela derrubou os itens de sua bolsa no chão e procurou as chaves.

ρίχνω

verbo transitivo (dados) (ζάρι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
É sua vez de jogar os dados. Aqui estão os dados.

ρίχνω

(dados)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
É sua vez de jogar.

ρίχνω

verbo transitivo (dados)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
É sua vez. Jogue os dados!

ρίχνω ψιλοκρεμαστή μπαλιά

verbo transitivo (para o alto)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ρίχνω κτ κορώνα γράμματα

(moeda)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

γυρίζω

(στον αέρα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jim virou a panqueca na frigideira.
Ο Τζιμ γύρισε την τηγανίτα στο τηγάνι.

το ρίχνω κορώνα γράμματα, το παίζω κορώνα γράμματα

(moeda)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Os dois amigos não conseguiam decidir que filme assistir, por isso lançaram uma moeda.
Οι δύο φίλοι δεν μπορούσαν να αποφασίσουν πια ταινία θα δούνε και γι' αυτό έστριψαν ένα νόμισμα.

βάζω μαζί

(colocar na companhia de)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

στοιχηματίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Rita apostou dez dólares num cavalo na corrida.
Η απόδοση είναι 11/2 άρα αν στοιχηματίσεις 2 λίρες και το άλογό σου κερδίσει θα πάρεις 11 λίρες.

πετάω κπ σε κτ, πετάω κπ πάνω σε κτ, ρίχνω κπ σε κτ, ρίχνω κπ πάνω σε κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ela o bateu na porta tirando seu fôlego.
Τον πέταξε πάνω στην πόρτα και του έκοψε την ανάσα.

ρίχνω

(figurado) (μεταφορικά, καθομιλουμένη: ιδέα, πρόταση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A reunião estava quase no fim, quando Adam lançou uma idéia para aumentar a produtividade na discussão.
Η συνάντηση είχε σχεδόν τελειώσει, όταν ο Άνταμ έριξε την ιδέα της αύξησης της παραγωγικότητας.

πετάω, πετώ, ρίχνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Apenas coloque esses papéis na minha mesa. Coloque esse solo aqui.

ρίχνω φως σε κπ/κτ

verbo transitivo (lançar a luz)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Projete a luz no canto.
ⓘEsta frase não é uma tradução da frase em inglês Φώτισε (or: Φέξε) μου λίγο εδώ μπας και βρω το κλειδί.

πετάω, πετώ, ρίχνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
O garoto atirou uma bola de neve em seu professor.
Το αγόρι πέταξε μια χιονόμπαλα στον δάσκαλό του.

καμπουριάζω

(BRA, figurado)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Pare de se jogar! Sente-se direito.
Σταμάτα να καμπουριάζεις! Κάτσε ίσια.

είμαι ξαπλωμένος

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

παραμερίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πετάω, ξεφορτώνομαι

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σπρώχνω

(empurrar ao chão)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κουτσομπολεύω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

χύνομαι

(BRA) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Meu namorado gosta de se jogar no sofá e assistir TV a noite toda.
Στον φίλο μου αρέσει να χύνεται στον καναπέ και να βλέπει τηλεόραση όλο το βράδυ.

πέφτω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Erin se jogou na piscina.

πέφτω

(BRA, figurado) (σε κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ela se jogou na poltrona e suspirou profundamente.
Έπεσε στην πολυθρόνα και αναστέναξε βαριά.

ρίχνομαι σε κπ, την πέφτω σε κπ, τα ρίχνω σε κπ

(figurado, BRA) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
John se jogava em toda garota que encontrava.

ΜΗΝ ΠΕΤΑΤΕ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

interjeição (placa)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

φρεσκάρομαι

(BRA: informal)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

ο πρώτος που θα κατηγορήσει

expressão verbal (figurado: expressão) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πετάω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Você precisa se livrar dessas calças. Você nunca mais as vestiu.
Πρέπει να πετάξεις αυτό το παντελόνι, δεν το φοράς πια.

παίζω τα χαρτιά μου

expressão verbal (figurado: ser estratégico) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Αν το παίξει σωστά, μπορεί να καταφέρει να πάει στη Νέα Υόρκη.

τα λέω

expressão (figurado, conversar) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Δεν συζητήσαμε τίποτα σημαντικό χτες το βράδυ, απλά τα λέγαμε.

κάνω έρευνα, ψαρεύω για στοιχεία

expressão

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πιάνω κουβέντα

(έναρξη συζήτησης)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παίζω σύμφωνα με τους κανόνες

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παριστάνω τον Θεό

(fig, tomar decisões sobre vida e morte) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παραδέχομαι την ήττα μου

locução verbal (desistir, assumir a derrota)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πετάω στα μούτρα

locução verbal (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παίζω βρόμικα

(informal, usar de táticas injustas ou desonestas) (μεταφορικά, καθομ)

ρίχνω κπ στο στόμα του λύκου

expressão (fig, forçar alguém numa situação perigosa) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

καταλαβαίνω

expressão

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ρίχνω την ευθύνη σε κάποιον

expressão verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

έχω λεφτά για πέταμα

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κάνω κακό στον εαυτό μου, βλάπτω τον εαυτό μου

φλυαρώ, πολυλογώ, παρλάρω

(informal) (καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

παίζω δίκαια

expressão verbal

ξαναρίχνω ζαριά, ξαναρίχνω τα ζάρια

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παίζω με κτ

(criança: divertir-se com)

Η Λούσι έπαιζε με την αγαπημένη κούκλα της.

παίζω με χαρτί του ιδίου χρώματος με τον αντίπαλό μου

locução verbal (jogo de cartas) (χαρτοπαίγνια)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ξοδεύομαι

(καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ξοδευτήκαμε χθες το βράδυ και πήγαμε σε ένα καλό εστιατόριο.

παίζω άσχημα, παίζω κακά

(σε σπορ)

ρίχνω πίσω

(devolver jogando)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παίζω με τη μπάλα

verbo transitivo

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Θες να παίξουμε με τη μπάλα στο πάρκο;

πετάω τη μπάλα και μου τη φέρνει πίσω

(cão: trazer uma bola arremessada)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πετάω, ξεφορτώνομαι

(BRA)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Depois do funeral, temos uma casa cheia de coisas para jogar fora.
ⓘEsta frase não é uma tradução da frase em inglês Μετά την κηδεία έχουμε να πετάξουμε ένα κάρο πράγματα από το σπίτι.

παίζω εναντίον, παίζω με αντίπαλο

(ter como oponente)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παίζω για

(esporte: representar, estar do lado de)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πετάω, πετώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Kate decidiu que era hora de jogar fora seus velhos tênis de corrida e comprar tênis novos.
Η Κέιτ αποφάσισε ότι ήταν καιρός να πετάξει τα παλιά της αθλητικά παπούτσια και να πάρει καινούρια.

τοποθετώ, βάζω απέναντι

(colocar uma pessoa contra outra)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πετάω, ξεφορτώνομαι

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tive que jogar fora muitos livros velhos que ninguém queria.
Αναγκάστηκα να πετάξω πολλά παλιά βιβλία που δεν τα ήθελε κανείς.

πετώ

locução verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ρίχνω πάνω μου

(roupa: colocar apressadamente) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πετάω, πετώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

το να είναι κπ ρίπτης, το να είναι κπ πίτσερ

expressão verbal (beisebol) (μπέιζμπολ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παίζω με τη μπάλα με κπ

verbo transitivo

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παίζω σύμφωνα με τους κανόνες

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παίζω γκολφ

expressão verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Enquanto Jerry joga golfe, a esposa dele joga tênis.
Όταν ο Τζέρυ παίζει γκολφ, η σύζυγός του παίζει τέννις.

κάνω λογοπαίγνιο, παίζω με τις λέξεις

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
A maneira com que ele faz trocadilhos com qualquer coisa é irritante.
Το ότι κάνει λογοπαίγνια (or: παίζει με τις λέξεις) σχεδόν με κάθε ευκαιρία είναι πραγματικά ενοχλητικό.

δεν κλέβω

expressão verbal (figurado) (μεταφορικά: σε παιχνίδι)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ξεφορτώνομαι

(καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Minha mochila estava pesada demais, por isso joguei fora alguns suprimentos.
Το σακίδιό μου ήταν πολύ βαρύ, έτσι ξεφορτώθηκα κάποιες προμήθειες.

Ας μάθουμε πορτογαλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του jogar στο πορτογαλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο πορτογαλικά.

Γνωρίζετε για το πορτογαλικά

πορτογαλικά (português) είναι μια ρωμαϊκή γλώσσα εγγενής στην Ιβηρική χερσόνησο της Ευρώπης. Είναι η μόνη επίσημη γλώσσα της Πορτογαλίας, της Βραζιλίας, της Αγκόλας, της Μοζαμβίκης, της Γουινέας-Μπισάου, του Πράσινου Ακρωτηρίου. Τα Πορτογαλικά έχουν μεταξύ 215 και 220 εκατομμύρια φυσικούς ομιλητές και 50 εκατομμύρια ομιλητές δεύτερης γλώσσας, ήτοι συνολικά περίπου 270 εκατομμύρια. Τα πορτογαλικά συχνά αναφέρονται ως η έκτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, τρίτη στην Ευρώπη. Το 1997, μια ολοκληρωμένη ακαδημαϊκή μελέτη κατέταξε τα πορτογαλικά ως μία από τις 10 γλώσσες με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της UNESCO, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά είναι οι ταχύτερα αναπτυσσόμενες ευρωπαϊκές γλώσσες μετά τα αγγλικά.