Τι σημαίνει το juice στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης juice στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του juice στο Αγγλικά.

Η λέξη juice στο Αγγλικά σημαίνει χυμός, υγρό, στύβω, ενέργεια, βενζίνη, έμπνευση, κάνω κτ πιο ενδιαφέρον, χυμός μήλου, χυμός καρότου, χυμός καρότο, νερό καρύδας, χυμός κράνμπερι, χυμός φρούτου, γαστρικό υγρό, πεπτικό υγρό, χυμός σταφυλιού, χυμός γκρέιπ φρουτ, μαγαζί με χυμούς, αποχυμωτής, παράνομο χειροποίητο αλκοόλ, χυμός λεμονιού, χυμός λεμόνι, χυμός κιτρολέμονου, χυμός πορτοκαλιού, χυμός ανανά, χυμός ροδιού, χυμός ρόδι, ξεμένω από μπαταρία, όπως έστρωσα θα κοιμηθώ, χυμός ντομάτας, τοματοχυμός. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης juice

χυμός

noun (liquid of a fruit)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Larry bought a bottle of orange juice at the store.
Ο Λάρυ αγόρασε ένα μπουκάλι χυμό πορτοκάλι στο κατάστημα.

υγρό

noun (liquid)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There was some gross juice dripping out of the garbage.
Υπήρχαν κάτι απαίσια ζουμιά που έσταζαν από τα σκουπίδια.

στύβω

transitive verb (fruit, etc.: extract juice) (λεμόνια, πορτοκάλια κλπ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Dana started juicing fruits and vegetables because she heard that it's healthy.
Η Ντάνα άρχισε να αποχυμώνει φρούτα και λαχανικά γιατί άκουσε πως είναι υγιεινό.

ενέργεια

noun (figurative, slang (electricity, power)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The battery was out of juice, so the flashlight stopped working.

βενζίνη

noun (gas, power)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Paul had to give his truck some juice to tear the tree stump out of the ground.

έμπνευση

plural noun (figurative, informal (creativity, vitality)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Linda liked to listen to music to help her get the juices flowing when she was writing.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αν δεν πιω καφέ το πρωί, δεν παίρνει μπρος η μηχανή.

κάνω κτ πιο ενδιαφέρον

phrasal verb, transitive, separable (informal, figurative (make more exciting)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Roger has juiced up the website with more content.

χυμός μήλου

noun (soft drink made from apples)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
My daughter's favorite drink is apple juice.

χυμός καρότου, χυμός καρότο

noun (liquid extracted from carrots)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Carrot juice is a healthy drink, rich in vitamin A.

νερό καρύδας

noun (liquid inside a coconut) (μέσα στον καρπό)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
All you need to do to drink the coconut juice is puncture the coconut and insert a straw.

χυμός κράνμπερι

noun (drink from cranberries)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Cranberry juice is very healthful, and said to be good to combat urinary infections.

χυμός φρούτου

noun (nectar obtained from fruit)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Fruit juice can be purchased fresh, concentrated, or frozen.

γαστρικό υγρό, πεπτικό υγρό

noun (digestive fluid)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Are stomach ulcers caused by gastric juices?

χυμός σταφυλιού

noun (nectar of the grape)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Some churches use actual wine for communion, while others prefer grape juice.

χυμός γκρέιπ φρουτ

noun (nectar of the grapefruit)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Grapefruit juice can taste very sour if it isn't sweetened with sugar.

μαγαζί με χυμούς

noun (establishment serving juice)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
A new juice bar opened recently near campus.

αποχυμωτής

noun (device: squeezes juice from fruit)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I bought a new juice extractor so I can have fresh orange juice every morning.

παράνομο χειροποίητο αλκοόλ

noun (US, slang, dated (moonshine: home-made alcohol) (ΗΠΑ,αργκό,ξεπερασμένο)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If you drink too much of that jungle juice it'll rot your liver.

χυμός λεμονιού, χυμός λεμόνι

noun (citrus juice from lemons)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
To make lemonade, mix lemon juice with water and sugar and pour over ice.

χυμός κιτρολέμονου

noun (sharp-tasting juice of limes)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Along with rum and sugar, lime juice is an important ingredient when mixing a mojito cocktail.

χυμός πορτοκαλιού

noun (fruit drink: nectar of orange)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Fresh orange juice is popular at breakfast.
Ο φρέσκος χυμός πορτοκαλιού είναι δημοφιλής για πρωινό.

χυμός ανανά

noun (fruit drink: nectar of pineapple)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Pineapple juice is delicious!

χυμός ροδιού, χυμός ρόδι

noun (nectar of the pomegranate)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ξεμένω από μπαταρία

verbal expression (figurative, slang (device: have no power left)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I tripped over a tree root in the dark after my flashlight ran out of juice.

όπως έστρωσα θα κοιμηθώ

verbal expression (informal, figurative (suffer consequences of actions) (μεταφορικά)

χυμός ντομάτας, τοματοχυμός

noun (liquid from a tomato)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
You'll need tomato juice to make Bloody Marys for the guests.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του juice στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του juice

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.