Τι σημαίνει το masse στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης masse στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του masse στο Γαλλικά.

Η λέξη masse στο Γαλλικά σημαίνει μάζα, μάζα, μεγάλη ποσότητα, σκήπτρο, κηρύκειο, ματσόλα, συσσωμάτωμα, βαριά, βαριοπούλα, σώμα, μάζα, πλήθος, ευρύ κοινό, σώμα, πλήθος, σφύρα, σβώλος, μάζα, κάνω μασάζ σε κτ/κπ, μαζικός, καταναλωτισμός, ΔΜΣ, ομαδικώς, μαζική εισροή, μάζα, περιοχή, γη, σωματικό λίπος, μέσα μαζικής ενημέρωσης, μέσα μαζικής επικοινωνίας, μαζική αποθήκευση, βάρος απογείωσης, ατομική μάζα, ομαδική αποστολή αλληλογραφίας, μαζική επικοινωνία, δείκτης μάζας σώματος, επιφάνεια εδάφους, μαζική κατανάλωση, μαζική αποστολή, μυϊκή μάζα, σχέδιο, κρίσιμη μάζα, μάζα αέρος, κάτοψη, βομβαρδισμός με πληροφορίες, κατακλύζω, πλημμυρίζω, γεμίζω, πέφτω ξερός, προσωπικό, ατομική μάζα, όγκος, ξυπόλυτοι, άπλυτοι, βγαίνω από κτ, μάζα, συρρέω, κυκλοφορούν χρήμα, φόρος επί του μισθού, μαζικής παραγωγής, μαζική κουλτούρα, ο λαός, κόμπος, κεφαλοθραύστης. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης masse

μάζα

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La machine n'était qu'une masse de parties.
Το μηχάνημα ήταν στην πραγματικότητα απλώς ένας όγκος από κομμάτια.

μάζα

nom féminin (Physique)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Les étudiants ont appris à mesurer la masse des corps célestes.
Οι μαθητές έμαθαν πως να μετρούν τη μάζα των ουράνιων αντικειμένων.

μεγάλη ποσότητα

nom féminin

Sarah n'aimait pas faire les courses donc elle achetait des provisions en masse.
Στην Σάρα δεν άρεσαν τα ψώνια και έτσι αγόραζε τρόφιμα σε μεγάλη ποσότητα.

σκήπτρο, κηρύκειο

nom féminin (bâton de cérémonie)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La masse est souvent visible dans les débats télévisés du Parlement.
Το σκήπτρο φαίνεται συχνά σε τηλεοπτικές μεταδόσεις των συνεδριάσεων της Βουλής.

ματσόλα

(ξύλινο ή πλαστικό σφυρί)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

συσσωμάτωμα

nom masculin (επίσημο, λόγιος)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Il y avait une masse faite de toute sorte de déchets au fond du canal.

βαριά, βαριοπούλα

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Ben frappa le bois avec une masse.

σώμα

nom féminin (quantité) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Le corpus des œuvres de Picasso est impressionnant.

μάζα

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πλήθος

(figuré)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Une nuée de gens était devant l'ambassade, agitant des bannières en protestation.
Πλήθος ανθρώπων στεκόταν μπροστά από την πρεσβεία, ανεμίζοντας πανό σε ένδειξη διαμαρτυρίας.

ευρύ κοινό

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σώμα

(matière)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Η Γη είναι ένα ουράνιο σώμα.

πλήθος

(figuré : de touristes)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Des troupeaux de touristes viennent visiter la ville en juillet et en août.
Πλήθος τουρίστες έρχονται στην πόλη τον Ιούλιο και Αύγουστο.

σφύρα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Derek désamorça son pistolet au niveau du marteau.

σβώλος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Η σάλτσα ήταν γεμάτη σβώλους.

μάζα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κάνω μασάζ σε κτ/κπ

verbe transitif

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tom a massé sa jambe pour soulager une crampe.

μαζικός

locution adjectivale

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Des manifestations de masse ont eu lieu dans la capitale.
Μαζικές διαμαρτυρίες πραγματοποιήθηκαν στην πρωτεύουσα.

καταναλωτισμός

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
À présent, Noël est une époque de consumérisme et de spiritualité à la fois.

ΔΜΣ

(acronyme) (συντομογραφία)

ομαδικώς

locution adverbiale

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Les manifestants se sont dirigés vers le centre-ville en masse.

μαζική εισροή

(άνθρωποι)

L'amélioration du temps a provoqué un afflux des touristes.
Ο βελτιωμένος καιρός έφερε μια μαζική εισροή τουριστών.

μάζα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Je ne pouvais pas identifier la forme indistincte verte qu'elle avait mise dans mon assiette.

περιοχή, γη

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σωματικό λίπος

μέσα μαζικής ενημέρωσης, μέσα μαζικής επικοινωνίας

(anglicisme)

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν τεράστια επιρροή στην πολιτική.

μαζική αποθήκευση

(Informatique)

Les CD-ROM, les DVD et les disques durs externes sont tous des périphériques de mémoires de masse.

βάρος απογείωσης

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Le poids au décollage inclut les passagers, les bagages et le carburant.

ατομική μάζα

nom féminin

ομαδική αποστολή αλληλογραφίας

nom masculin

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

μαζική επικοινωνία

nom féminin

La télévision, la radio, les journaux sont des exemples d'outils de communication de masse car ils touchent un large public.

δείκτης μάζας σώματος

nom masculin

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

επιφάνεια εδάφους

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μαζική κατανάλωση

nom féminin

μαζική αποστολή

nom masculin (πολλοί παραλήπτες)

μυϊκή μάζα

nom féminin

σχέδιο

nom masculin (Architecture) (κτίριο, έργο κλπ)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κρίσιμη μάζα

nom féminin (Physique)

μάζα αέρος

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κάτοψη

nom masculin (architecture)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

βομβαρδισμός με πληροφορίες

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

κατακλύζω, πλημμυρίζω, γεμίζω

verbe intransitif (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πέφτω ξερός

locution verbale (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

προσωπικό

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Είναι μεγάλη η εταιρεία και έχουμε πολύ προσωπικό.

ατομική μάζα

nom féminin (χημεία)

όγκος

locution verbale (ζαργκόν)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ξυπόλυτοι, άπλυτοι

(péjoratif) (καθομ, μειωτικό)

(ουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.)

βγαίνω από κτ

verbe intransitif

μάζα

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

συρρέω

(personnes) (προς κάπου)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La foule affluait vers la star de cinéma.
Το πλήθος συνέρρευσε προς τον κινηματογραφικό αστέρα.

κυκλοφορούν χρήμα

nom féminin

φόρος επί του μισθού

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

μαζικής παραγωγής

locution adjectivale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μαζική κουλτούρα

nom féminin

ο λαός

(littéraire)

κόμπος

nom féminin (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
L'homme avait une grosse masse (or: grosse touffe) de cheveux blonds.

κεφαλοθραύστης

(anglicisme : arme médiévale)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του masse στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του masse

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.