Τι σημαίνει το mínimo στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης mínimo στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του mínimo στο ισπανικά.

Η λέξη mínimo στο ισπανικά σημαίνει ελάχιστο όριο, ελάχιστος, ελάχιστος, ελάχιστος, λίγος, λιγοστός, ο παραμικρός, παραμικρός, ο ελάχιστος, ελάχιστος, βασικός, κατώτερο όριο, χαμηλό, ασήμαντος, ανούσιος, οριακός, ελάχιστος, μικροσκοπικός, ο ελάχιστος, ελάχιστη ποσότητα, μικρός, παραμικρός, λιλιπούτειος, μικρός, είσοδος, ελαχιστοποιημένος, κοίλωμα, ελάχιστος, απειροελάχιστος, τουλάχιστον, καθόλου, τουλάχιστον, ανώτατος, ελάχιστος κοινός παρονομαστής, χαμηλότερος κοινός παρονομαστής, ελάχιστο/κατώτατο όριο, ελάχιστος κοινός παρονομαστής, κατώτατο ωρομίσθιο, νομοθεσία ελάχιστων αποδοχών, ελάχιστη χρέωση, τσίμα τσίμα, κατώτατη τιμή, ελάχιστη τιμή, ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο, ελάχιστη τιμή, φορολογική απαλλαγή, ελάχιστη ποσοστιαία απόδοση, το λιγότερο δυνατό, βασικός/κατώτατος μισθός, τεχνολογίες ήπιας επεξεργασίας, χωρίς να υπολογίζω κτ, χωρίς να σκέφτομαι κτ, ελάχιστος, που δεν κάνει το κάτι παραπάνω, δευτερεύουσας σημασίας, τουλάχιστον, το ελάχιστο, το λιγότερο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης mínimo

ελάχιστο όριο

locución nominal masculina

¿Cuánto es el mínimo que aceptan por la casa?
Ποιο είναι το ελάχιστο που μπορούν να δεχθούν για το σπίτι;

ελάχιστος

adjetivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Incluso con un plan mínimo puedes tener un retiro más fácil.
Ακόμη και με τον ελάχιστο προγραμματισμό μπορείς να έχεις μια καλύτερη σύνταξη.

ελάχιστος

adjetivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El retraso fue mínimo y pronto estábamos en camino.
Η καθυστέρηση ήταν ελάχιστη και σύντομα ξαναπήραμε το δρόμο μας.

ελάχιστος, λίγος, λιγοστός

adjetivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Son las 5. Tenemos un mínimo tiempo para hacer las maletas si queremos coger el tren de las 5.30.

ο παραμικρός

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No tengo la mínima idea de cómo manejar un auto manual.
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα όσον αφορά την οδήγηση αυτοκινήτου με ταχύτητες.

παραμικρός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Si tuvieras la mínima preocupación nos hubieras llamado.

ο ελάχιστος

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Se estremecía ante el mínimo signo de peligro.
Έτρεμε και μόνο με τη σκέψη ότι θα έχει μπελάδες.

ελάχιστος, βασικός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Durante las vacaciones, solo estaba el personal mínimo para ocuparse del hospital.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου των εορτών, υπήρχε στο νοσοκομείο υπήρχε μόνο το προσωπικό ασφαλείας.

κατώτερο όριο

Se estableció un mínimo de $10 para las variaciones de precio.

χαμηλό

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)
Las acciones cayeron al mínimo este año.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Η μετοχή της εταιρείας έπεσε σε ιστορικό χαμηλό μετά το σκάνδαλο.

ασήμαντος, ανούσιος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Paul estaba cansado de escuchar las quejas insignificantes de Martín.
Ο Πωλ κουράστηκε να ακούει τα ασήμαντα παράπονα του Μάρτιν.

οριακός, ελάχιστος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Probablemente no obtengamos más que ganancias marginales.
Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έχουμε παρά οριακά κέρδη από αυτό.

μικροσκοπικός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El minúsculo cóctel era muy caro.

ο ελάχιστος

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Algunos insectos son tan pequeños que se vuelan ante la menor brisa.
Μερικά έντομα είναι τόσο μικρά που παρασύρονται από το ελάχιστο αεράκι.

ελάχιστη ποσότητα

μικρός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Jake no tiene dinero para ir de vacaciones este año, pero es un problema insignificante comparado con los de otra gente.
Ο Τζέικ δεν είχε αρκετά χρήματα για να πάει διακοπές φέτος, αλλά αυτό είναι ένα ασήμαντο πρόβλημα σε σύγκριση με το τι έχουν να αντιμετωπίσουν άλλοι άνθρωποι.

παραμικρός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Planearon hasta los más ínfimos detalles.
Κατέγραψαν και την παραμικρή λεπτομέρεια του σχεδίου τους.

λιλιπούτειος

(figurado)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μικρός

(μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Es un problema insignificante y no vale la pena prestarle atención.
Αυτό είναι μικρό (or: ασήμαντο) πρόβλημα και δεν αξίζει να ασχοληθούμε.

είσοδος

(μεταφορικά: κόστος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Hay una entrada de diez dólares para acceder al club.

ελαχιστοποιημένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Haz click en la ventana minimizada para agrandarla.

κοίλωμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El suelo oceánico se inclina en una depresión.
Ο πυθμένας της θάλασσας παίρνει κλίση και γίνεται κοίλωμα.

ελάχιστος, απειροελάχιστος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Agregaré la menor cantidad de sal posible.

τουλάχιστον

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
María necesita por lo menos £1.000 para pagar sus vacaciones.
Η Μαίρη χρειάζεται τουλάχιστον 1000 λίρες για να πληρώσει τις διακοπές της.

καθόλου

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Lo que ella te haya dicho no me importa en lo más mínimo.

τουλάχιστον

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Ese año, la inflación fue nada menos que del 60%, y la gente vivió una caída dramática del valor de sus ahorros.
Εκείνο το χρόνο ο πληθωρισμός ήταν τουλάχιστον 60% και ο κόσμος είδε δραματική πτώση στην αξία των αποταμιεύσεών του.

ανώτατος

locución nominal masculina

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
El mínimo absoluto en la escala centígrada es -273,15 ºC. Correspondiente a 0º Kelvin.

ελάχιστος κοινός παρονομαστής

locución nominal masculina (matemática) (μαθηματικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χαμηλότερος κοινός παρονομαστής

locución nominal masculina

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Para sumar o restar fracciones, tenemos que encontrar el mínimo común múltiplo de los denominadores.

ελάχιστο/κατώτατο όριο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El valor de las apuestas tiene un tope mínimo pero no un tope máximo.

ελάχιστος κοινός παρονομαστής

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Para sumar fracciones, tienes que encontrar el mínimo común denominador.

κατώτατο ωρομίσθιο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Mucha gente está obligada a trabajar por un monto menor al salario mínimo.

νομοθεσία ελάχιστων αποδοχών

locución nominal masculina

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ελάχιστη χρέωση

Si compra la aspiradora también puede conseguir un juego accesorios por un cargo mínimo.

τσίμα τσίμα

nombre masculino (ανεπίσημο: οριακά, ίσα ίσα)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κατώτατη τιμή, ελάχιστη τιμή

ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο

locución nominal masculina

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
El mínimo común múltiplo de 6 y 15 es 30.

ελάχιστη τιμή

nombre masculino

φορολογική απαλλαγή

nombre masculino

ελάχιστη ποσοστιαία απόδοση

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

το λιγότερο δυνατό

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βασικός/κατώτατος μισθός

locución nominal masculina

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El salario mínimo no alcanza para vivir.

τεχνολογίες ήπιας επεξεργασίας

nombre femenino

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χωρίς να υπολογίζω κτ, χωρίς να σκέφτομαι κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Los millonarios pueden comprar lo que quieran sin el más mínimo respeto al dinero.

ελάχιστος

locución adjetiva

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Luchábamos por mantener las bajas civiles al mínimo.
Πασχίζουμε διαρκώς να έχουμε τις ελάχιστες δυνατές απώλειες αμάχων.

που δεν κάνει το κάτι παραπάνω

locución adjetiva

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

δευτερεύουσας σημασίας

(συγκριτικά με κτ)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Su buena ortografía es secundario ante su éxito como escritor.

τουλάχιστον

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
¡Al menos lava los platos, por favor!
Σε παρακαλώ πλένε τουλάχιστον τα πιάτα!

το ελάχιστο, το λιγότερο

nombre masculino

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
¿Qué es lo mínimo que pagaré por esto?
Ποιο είναι το ελάχιστο (or: λιγότερο) που θα πληρώσω γι' αυτό;

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του mínimo στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.