Τι σημαίνει το moyenne στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης moyenne στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του moyenne στο Γαλλικά.

Η λέξη moyenne στο Γαλλικά σημαίνει μέσος όρος, μέτριος, μεσαίος, μεσαίος, μέτριος, συνήθης, μέσος, κοινός, μέσο, μέσος, μεσαίος, όπως και να έχει, όπως να'ναι, με κάποιον τρόπο, μεσαίος, μέτριος, έτσι και έτσι, μέτριος, μέσος, μεσαιωνικός, μέσος, μέτριος, τρόπος, μέσος όρος, μέσος όρος, μέσος όρος, μέσος όρος, μέσος όρος, μέσος όρος βαθμολογίας, μέσος όρος, μέσος όρος, περνάω, περνώ, τρόπος, μεσαιωνικός, μέσο, μέσο αντισύλληψης, Μέση Ανατολή, μεσεγκέφαλος, μεσαιωνικός, πρωτόγονος, Μεσανατολίτικος, από την Μέση Ανατολή, ο,τι και να γίνει, με αυτό τον τρόπο, έτσι, με κάθε τρόπο, με κάθε δυνατό μέσο, στο άμεσο μελλον, για το άμεσο μέλλον, με τίποτα, με την καμία, αποκλείεται, αποτρεπτικός παράγοντας, μεσαίων βαρών, ενωτικό, το μέσο για να πετύχω κτ, μέσο μεταφοράς, τετάρτη δημοτικού, μεταφορικό μέσο, ενδιάμεσο επίπεδο, μέσο επικοινωνίας, μεσαία θερμοκρασία, μέτρια θερμοκρασία, τρόπος πληρωμής, μέθοδος πληρωμής, μέθοδος μεταφοράς, τρόπος μεταφοράς, μνημονικός κανόνας, μέσο έντερο, πέμπτη τάξη, μέσος άνθρωπος, που σπάει τον πάγο, μεσανατολικός, Μεσαίωνας, μέσα/τρόποι/δίοδοι πρόσβασης, Μεσαίωνας, μέσω, με τη βοήθεια, βρίσκω τρόπο να, βρίσκω έναν τρόπο, βρίσκω μία λύση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης moyenne

μέσος όρος

adjectif (Maths)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Au golf, mon score moyen était de 2 sous le par.
Η μέση βαθμολογία μου ήταν 2 κάτω από τη βάση.

μέτριος, μεσαίος

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Il est de taille moyenne.
Είναι μέτριου (or: μεσαίου) ύψους.

μεσαίος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Quelle portion voulez-vous : la petite, la moyenne ou la grande ?
Ποια μερίδα θα θέλατε: τη μικρή, τη μεσαία ή τη μεγάλη;

μέτριος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Ce restaurant sert de nourriture moyenne.

συνήθης, μέσος, κοινός

(αντιπροσωπευτικός, τυπικός)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Joe se voyait comme un type normal.
Ο Τζο θεωρούσε ότι ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος.

μέσο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Par l'intermédiaire de la télévision, les enfants découvrent le monde.
Με μέσο την τηλεόραση, τα παιδιά βλέπουν τον κόσμο.

μέσος, μεσαίος

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

όπως και να έχει, όπως να'ναι, με κάποιον τρόπο

nom masculin

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Y aurait-il moyen que tu rendes ta dissertation plus intéressante ?

μεσαίος, μέτριος

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

έτσι και έτσι

(καθομιλουμένη)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Le déjeuner était moyen. Peut-être que le dîner sera meilleur.

μέτριος

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
L'entreprise d'Aaron a connu un succès moyen.
Η εταιρεία του Άαρον ήταν μια μέτρια επιτυχία.

μέσος

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Le résultat moyen au test a été de 70 %.
Η μέση βαθμολογία στο τεστ ήταν 70%.

μεσαιωνικός

adjectif (Linguistique)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Beaucoup ne réalisent pas que les œuvres de Chaucer sont écrites en moyen anglais.
Πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν ότι ο Τσόσερ έγραψε τις «Ιστορίες του Καντέρμπουρι» σε μεσαιωνικά αγγλικά.

μέσος, μέτριος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

τρόπος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Il a son propre mode de vie et n'accepte pas les compromis.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Τον Μπομπ τον κορόιδευαν για τον τρόπο ομιλίας του.

μέσος όρος

nom féminin (résultat)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Au golf, mon score est la moyenne de tous mes résultats.
Το σκορ μου στο γκολφ είναι ο μέσος όρος των σκορ που έχω κάνει σε όλα τα παιχνίδια μου.

μέσος όρος

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Le revenu des ménages de cet État est proche de la moyenne nationale.
Το οικιακό εισόδημα σε αυτήν την πολιτεία είναι κοντά στον εθνικό μέσο όρο.

μέσος όρος

nom féminin (Sports)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Les meilleurs batteurs de base-ball ont une moyenne élevée à la batte.

μέσος όρος

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Molly a la moyenne la plus haute en troisième.

μέσος όρος

nom féminin (Scolaire)

Elle n'a eu que des A au lycée et a donc eu une moyenne de 20.

μέσος όρος βαθμολογίας

nom féminin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μέσος όρος

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
La température d'aujourd'hui est proche de la moyenne pour cette saison.
Η σημερινή θερμοκρασία είναι κοντά στο μέσο όρο για αυτή την εποχή του χρόνου.

μέσος όρος

nom féminin (Mathématiques)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
La moyenne est la valeur moyenne d'un groupe de nombres.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Μπορείς να υπολογίσεις τον μέσο όρο αυτών των αριθμών;

περνάω, περνώ

nom féminin (Scolaire)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il a eu dix fois la moyenne sur ses examens.
Πέρασε δέκα μαθήματα στις εξετάσεις

τρόπος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Le seul moyen de faire avancer le projet est d'embaucher du personnel.
Ο τρόπος για να επιταχύνουμε το πρότζεκτ είναι να αυξήσουμε το προσωπικό.

μεσαιωνικός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Ils ont découvert le site d'un village médiéval près d'ici.
Ανακάλυψαν τη θέση ενός μεσαιωνικού χωριού εδώ κοντά.

μέσο

(για επίτευξη στόχου)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Diffamer l'adversaire était juste un expédient politique.

μέσο αντισύλληψης

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

Μέση Ανατολή

nom propre masculin

Le Yémen est le pays le plus pauvre du Moyen-Orient.
Η Υεμένη είναι η φτωχότερη χώρα στη Μέση Ανατολή.

μεσεγκέφαλος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

μεσαιωνικός, πρωτόγονος

(figuré) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Il a des idées vraiment médiévales sur la façon d'élever les enfants.
Έχει κάποιες πραγματικά μεσαιωνικές ιδέες για την ανατροφή των παιδιών.

Μεσανατολίτικος, από την Μέση Ανατολή

locution adjectivale

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
La cuisine du Moyen-Orient est l'une des plus saines au monde.

ο,τι και να γίνει

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Nous devons trouver cet argent, peu importe le moyen.
Πρέπει να πάρουμε αυτά τα χρήματα ό,τι και να γίνει!

με αυτό τον τρόπο, έτσι

adverbe

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

με κάθε τρόπο, με κάθε δυνατό μέσο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

στο άμεσο μελλον

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

για το άμεσο μέλλον

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

με τίποτα, με την καμία

(καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Pas question, Joe, tu ne peux pas emprunter ma voiture.

αποκλείεται

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)

αποτρεπτικός παράγοντας

Les armes nucléaires sont utilisées comme moyen de dissuasion contre les attaques nucléaires des autres pays.
Τα πυρηνικά όπλα χρησιμοποιούνται ως αποτρεπτικός παράγοντας για πυρηνικές επιθέσεις από άλλες χώρες.

μεσαίων βαρών

nom masculin

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ενωτικό

nom masculin (Imprimerie)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

το μέσο για να πετύχω κτ

nom masculin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Peu importe qu'il ait menti, c'était un moyen pour atteindre un but. La junte a promis de nouvelles élections civiles ; le coup d'État n'était qu'un moyen pour atteindre un but.

μέσο μεταφοράς

nom masculin

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Le métro est le moyen de transport le plus rapide à Londres. Sans ma voiture, je n'ai aucun moyen de transport.
Το μετρό είναι το ταχύτερο μέσο μεταφοράς στο Λονδίνο. Αν μου πάρεις το αυτοκίνητό μου, δεν θα έχω μέσο μεταφοράς.

τετάρτη δημοτικού

(France : 9-10 ans)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
J'ai commencé le violon en CM1.

μεταφορικό μέσο

nom masculin

Selon le moyen de transport que tu utilises, le voyage n'aura pas la même durée.

ενδιάμεσο επίπεδο

nom masculin

Je parle plutôt bien français, par contre en hébreu, je n'ai jamais pu aller plus loin qu'un niveau moyen.

μέσο επικοινωνίας

nom masculin

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
En tant que chercheur scientifique, il a passé la plupart de son temps en Antarctique, où son seul moyen de communication était l'e-mail.

μεσαία θερμοκρασία, μέτρια θερμοκρασία

nom masculin (cuisson)

τρόπος πληρωμής, μέθοδος πληρωμής

nom masculin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μέθοδος μεταφοράς, τρόπος μεταφοράς

nom masculin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μνημονικός κανόνας

nom masculin

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

μέσο έντερο

nom masculin

πέμπτη τάξη

(France : 10-11 ans)

μέσος άνθρωπος

που σπάει τον πάγο

(μεταφορικά: κουβέντα, ατάκα)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Την πρώτη μέρα στη δουλειά, αναφερθήκαμε σε κάποια θέματα που σπάνε τον πάγο για να γνωριστούμε.

μεσανατολικός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Ils se disputaient au sujet de la politique du pays menée au Moyen-Orient
Διαφωνούσαν για την πολιτική της χώρας όσον αφορά τα μεσανατολικά ζητήματα.

Μεσαίωνας

nom masculin

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

μέσα/τρόποι/δίοδοι πρόσβασης

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Le seul moyen d'accès à la ferme est un chemin de terre.

Μεσαίωνας

nom masculin

La plupart des sociétés européennes étaient basées sur un système féodal au Moyen Âge.
Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, οι περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες ήταν φεουδαρχικές.

μέσω

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

με τη βοήθεια

(με γενική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βρίσκω τρόπο να

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ils ont finalement trouvé un moyen d'arriver plusieurs heures avant nous.

βρίσκω έναν τρόπο, βρίσκω μία λύση

locution verbale (plus familier)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je ne sais pas comment on fera, mais on trouvera bien un moyen.

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του moyenne στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του moyenne

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.