Τι σημαίνει το newest στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης newest στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του newest στο Αγγλικά.

Η λέξη newest στο Αγγλικά σημαίνει νέος, καινούριος, καινούριος, νέος, καινούριος, νέος, καινούριος, νέος, καινούριος, νέος, καινούριος, νέος, νέα, νέα, καινούριος, νέος, καινούριος, νέα, το παιχνίδι έχει αλλάξει, νέα εμπειρία, σαν καινούριος, ολοκαίνουργιος, κατακαίνουργιος, ολοκαίνουριος, κατακαίνουριος, καινοτομώ, αναζωογονώ, ανανεώνω, Κινέζικη Πρωτοχρονιά, καλή χρονιά, Καλή Χρονιά!, Καλή Χρονιά!, σαν καινούργιο, σαν καινούριος, New Age, New Age, New Age, νεογέννητο, νεοφερμένος, καινούρια αρχή, Νιου Ντιλ, New Deal, νέα,ανανεωμένη έκδοση, Νέα Αγγλία, νέα εμπειρία, καινούρια εμπειρία, νέα γενιά, τελευταίας τεχνολογίας, Νέα Γουινέα, Νιου Χάμσαϊρ, επιτυχία ανευ προηγουμένου, νέοι ορίζοντες, Νιού Τζέρσεϊ, Νιού Τζέρσι, καινούριος, νέα πνοή, όρεξη για ζωή, καινούρια ζωή, καινούρια ζωή, ανανεωμένη εμφάνιση, Νέα Μαθηματικά, Νέα Μαθηματικά, νέο νόημα, νέα μέσα, Νέο Μεξικό, καινούριο φεγγάρι, νέα ηθική, η νέα κανονικότητα, Νέα Ορλεάνη, νέα φάση, νέα αίσθηση, νέα διάσταση, νέο στυλ, νέο τρίμηνο, Καινή Διαθήκη, καινούριος σε κτ, νέος σε κτ, κάτι που δεν ξέρω, πόλη που έχει σχεδιαστεί και χτιστεί μονομιάς στο σύνολό της και δεν έχει διαμορφωθεί σταδιακά, Νέο Κϋμα, νέοσ κόσμος, νέα ιδέα,καινοτομία, απροσδόκητη εξέλιξη, νέο έτος, πρωτοχρονιά, Πρωτοχρονιά, παραμονή Πρωτοχρονιάς, Νέα Υόρκη, Νέα Υόρκη, Νέα Υόρκη, πολιτεία της Νέας Υόρκης, Νεοϋορκέζος, Νέα Ζηλανδία, νεοζηλανδικός, Νεοζηλανδός, φρεσκοκουρεμένος, φρεσκοκομμένος, και καλά μοντέρνος, νεοανακαλυφθείς, μεταχειρισμένος, δεύτερο χέρι, παλιός, νέος κορονοϊός, νέος κορωνοϊός, Νέα Νότια Ουαλία, Καινή Διαθήκη, New Territories, Νέα Υόρκη, ανοιχτός σε νέες ιδέες, Παπούα Νέα Γουινέα, από την Παπούα Νέα Γουινέα, της Παπούας Νέας Γουινέας, πένα, νέο απόκτημα, γιορτάζω την Πρωτοχρονιά, βλέπω με άλλο μάτι, για νέο μας το λες;, γυρίζω σελίδα, Τι νέα;. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης newest

νέος, καινούριος

adjective (not old)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
We were impressed by Terry's new approach.
Εντυπωσιαστήκαμε από τη νέα προσέγγιση του Τέρι.

καινούριος

adjective (unused, fresh)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He opened a new package of chips.
Άνοιξε ένα καινούριο πακέτο πατατάκια.

νέος, καινούριος

adjective (recent or latest)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Randy is driving a new model of car.
Ο Ράντι οδηγεί ένα νέο μοντέλο αυτοκινήτου.

νέος, καινούριος

adjective (original)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Leslie is full of new ideas.
Η Λέσλι είναι γεμάτη καινούριες ιδέες.

νέος, καινούριος

adjective (additional)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The new classrooms will be less crowded.
Οι νέες σχολικές αίθουσες θα είναι λιγότερο γεμάτες.

νέος, καινούριος

adjective (unfamiliar)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
We are entering new territory here.

νέος

prefix (freshly)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
For example: new-mown, newborn
Για παράδειγμα: φρεσκοκουρεμένος, νεογέννητος

νέα

noun (uncountable (current events)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Have you heard the news today? There was an earthquake in California.
Άκουσες τα νέα σήμερα; Έγινε σεισμός στην Καλιφόρνια.

νέα

noun (uncountable (television or radio broadcast)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The news starts at 6:30 on channel 3.
Οι ειδήσεις αρχίζουν στις 6:30 στο κανάλι 3.

καινούριος

adjective (modern)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
New cars need less frequent oil changes.

νέος, καινούριος

noun ([sth] that is new)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)
Out with the old and in with the new!
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο νέος είναι ωραίος, αλλά ο παλιός είναι αλλιώς.

νέα

noun (interesting information)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Did you hear the news about Pete and Amy? They are going to have a baby.
Άκουσες τα νέα για τον Πιτ και την Έιμι; Θα αποκτήσουν μωρό.

το παιχνίδι έχει αλλάξει

noun (US, informal, figurative (changed situation)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
That puts matters in a different light. It's a brand new ball game now.

νέα εμπειρία

noun (figurative (unfamiliar experience)

Retirement is certainly a whole new world; there's so much to get used to.
Η σύνταξη είναι μεγάλη αλλαγή, είναι πολλά αυτά που πρέπει να συνηθίσει κανείς.

σαν καινούριος

expression (successfully repaired or restored)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
John fixed my bike and now it's as good as new!

ολοκαίνουργιος, κατακαίνουργιος

adjective (informal (not yet used)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Car dealers have a spray that gives used cars that brand-new car smell. // I've just bought a pair of roller skates; they're brand new!
Οι έμποροι αυτοκινήτων χρησιμοποιούν ένα σπρέι που δίνει στα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα τη μυρωδιά του ολοκαίνουργιου αυτοκινήτου. Μόλις αγόρασα πατίνια. Είναι ολοκαίνουργια!

ολοκαίνουριος, κατακαίνουριος

adjective (slang (very new)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I have a brand-spanking new computer with Windows 8.
Έχω έναν ολοκαίνουριο υπολογιστή με Windows 8.

καινοτομώ

verbal expression (figurative (do [sth] completely new)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

αναζωογονώ, ανανεώνω

verbal expression (reinvent, rejuvenate) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Hiring Edie with her fresh new ideas will breathe new life into this company.

Κινέζικη Πρωτοχρονιά

noun (holiday)

καλή χρονιά

noun (1st January well-wishes)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
They all clinked glasses and wished each other a happy New Year.
Όλοι τσούγκρισαν τα ποτήρια και ευχήθηκαν καλή χρονιά.

Καλή Χρονιά!

interjection (1st January greeting)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Happy New Year!" they all shouted drunkenly.

Καλή Χρονιά!

interjection (greeting: start of lunar year)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

σαν καινούργιο

adverb (in excellent condition)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Mending the shirt made it like new. A coat of paint and this room will look like new.

σαν καινούριος

adjective (in excellent condition)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
I sent the watch to the makers for repairs, and now it's like new.

New Age

noun (spiritual movement) (ξενικό)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

New Age

noun as adjective (relating to spiritual movement) (ξενικό)

(άκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

New Age

noun (New Age music) (ξενικό)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

νεογέννητο

noun (newborn baby)

The new arrival weighed 7 pounds.

νεοφερμένος

noun (newcomer)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The new arrivals spoke only Mandarin Chinese.

καινούρια αρχή

noun (fresh start)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
After weeks of rain, the sunny day felt like a new beginning.

Νιου Ντιλ, New Deal

noun (US (government policy under Roosevelt)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Welfare provision increased dramatically under the New Deal.

νέα,ανανεωμένη έκδοση

noun (revised printing)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I have just bought the new edition of the Oxford English dictionary.

Νέα Αγγλία

noun (states in north-eastern US)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

νέα εμπειρία, καινούρια εμπειρία

noun ([sth] one has never before seen, heard, etc.)

νέα γενιά

noun (youth)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Respect means nothing to the new generation.

τελευταίας τεχνολογίας

noun (latest technology)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My computer is old and runs much slower than the new generation.

Νέα Γουινέα

noun (island in Oceania)

Νιου Χάμσαϊρ

noun (US state)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
New Hampshire is one of the original thirteen American colonies.

επιτυχία ανευ προηγουμένου

noun (unprecedented success)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He had received many accolades during his life, but the Nobel Prize was a new high even for him.

νέοι ορίζοντες

plural noun (figurative (exciting and unfamiliar prospects) (μεταφορικά)

Νιού Τζέρσεϊ, Νιού Τζέρσι

noun (US state)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
New Jersey was the third state to ratify the United States Constitution.

καινούριος

noun (US, informal, figurative (newcomer)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)

νέα πνοή, όρεξη για ζωή

noun (US (fresh enthusiasm for living)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Losing all that weight gave me a new lease on life.

καινούρια ζωή

noun (fresh start, reinvented existence)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He started his new life in advertising.

καινούρια ζωή

noun (renewed vigour or purpose)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The discovery of the diary gave new life to her attempt to write the author's biography.

ανανεωμένη εμφάνιση

noun (restyled appearance)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The pop star's new look was ridiculed by critics and fans alike.

Νέα Μαθηματικά

noun (uncountable, historical, abbreviation (new mathematics) (ΗΠΑ (κυρίως): εκπαίδευση)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Νέα Μαθηματικά

noun (historical (1960s maths-teaching methods) (ΗΠΑ (κυρίως): εκπαίδευση)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

νέο νόημα

noun (enhanced or additional significance)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The spoiled kid gave new meaning to the word "brat.".

νέα μέσα

noun (developing media types)

Νέο Μεξικό

noun (US state)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

καινούριο φεγγάρι

noun (phase: moon is invisible)

It's very dark today, there must be a new moon.

νέα ηθική

noun (modern ethical belief system)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

η νέα κανονικότητα

noun (changed circumstances)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Νέα Ορλεάνη

noun (city in Louisiana, USA)

(κύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.)
New Orleans is particularly vulnerable to flooding. New Orleans is famous for its Mardi Gras celebrations.
Η Νέα Ορλεάνη είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις πλημμύρες. Η Νέα Ορλεάνη είναι διάσημη για τον εορτασμό των Αποκριών.

νέα φάση

noun (fresh period of activity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Negotiations between the employers and the unions entered a new phase yesterday when they agreed to a series of meetings.

νέα αίσθηση

noun (renewed feeling)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
After recovering from cancer, I had a new sense of the beauty of the world.

νέα διάσταση

noun (fresh or unfamiliar viewpoint)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The researcher's findings brought a new slant to commonly-held beliefs.

νέο στυλ

noun (modern design or fashion)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Her boots were in the new style with high heels and pointed toes.

νέο τρίμηνο

noun (school, college: new trimester)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The children are all ready for the new school term.

Καινή Διαθήκη

noun (second part of Christian Bible)

The New Testament contains history and letters from the time of Jesus of Nazareth to the beginning of the first church.

καινούριος σε κτ, νέος σε κτ

(person: to place, job)

Steven is new to the job, so he often asks for help. She's new to the village and nobody knows her name yet.

κάτι που δεν ξέρω

(unfamiliar)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
That rule against eating popcorn in the office was new to me.
Δεν ήξερα τον κανόνα ότι δεν κάνει να τρώμε ποπ κορν στο γραφείο.

πόλη που έχει σχεδιαστεί και χτιστεί μονομιάς στο σύνολό της και δεν έχει διαμορφωθεί σταδιακά

noun (self-sufficient urban community)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

Νέο Κϋμα

noun (1960s cinema)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

νέοσ κόσμος

noun (unfamiliar environment or experience)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
After the company was sold, his workplace seemed like a new world to him.

νέα ιδέα,καινοτομία

noun (figurative (innovation) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

απροσδόκητη εξέλιξη

noun (figurative (unexpected development) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A new wrinkle has developed, so we will have to delay the product's unveiling for another week.

νέο έτος

noun (period: start of year)

The new year starts on the 1st of January.
Το νέο έτος ξεκινάει την πρώτη Ιανουαρίου.

πρωτοχρονιά

noun (celebration: start of year)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Happy New Year!
Καλή πρωτοχρονιά!

Πρωτοχρονιά

noun (1st January)

(κύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.)
In the US, New Year's Day is often celebrated watching the Pasadena Rose Parade followed by football games.

παραμονή Πρωτοχρονιάς

noun (31st December)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
On New Year's Eve, a lot of people go to parties and let off fireworks. New Year's Eve is the 31st of December.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πολλοί πηγαίνουν σε πάρτι και ρίχνουν πυροτεχνήματα. Η παραμονή της Πρωτοχρονιάς είναι στις 31 Δεκεμβρίου.

Νέα Υόρκη

noun (New York City) (πόλη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The nickname of New York City is The Big Apple.
Το παρατσούκλι της Νέας Υόρκης είναι Το Μεγάλο Μήλο.

Νέα Υόρκη

noun (New York state) (κράτος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The city of Buffalo is in upstate New York.
Η πόλη Μπάφαλο βρίσκεται στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης.

Νέα Υόρκη

noun (largest US city) (πόλη)

(κύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.)
New York City is widely known as The Big Apple.

πολιτεία της Νέας Υόρκης

noun (US state)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Νεοϋορκέζος

noun ([sb] from New York City)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
If you need help with the subway system, ask a New Yorker.

Νέα Ζηλανδία

noun (country in South Pacific)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The "Lord of the Rings" trilogy was filmed in New Zealand.
Η τριλογία του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών» γυρίστηκε στη Νέα Ζηλανδία.

νεοζηλανδικός

noun as adjective (of New Zealand)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Dinner was roasted New Zealand lamb with asparagus and potatoes.
Το δείπνο αποτελείτο από ψητό νεοζηλανδικό αρνάκι με σπαράγγια και πατάτες.

Νεοζηλανδός

noun ([sb] from New Zealand)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

φρεσκοκουρεμένος, φρεσκοκομμένος

adjective (grass, hay: just cut) (π.χ. γρασίδι)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

και καλά μοντέρνος

adjective (informal (modern) (καθομιλουμένη, μειωτικό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτή η συσκευή κινητού είναι καινούριο φρούτο.

νεοανακαλυφθείς

adjective (newly discovered)

(μετοχή αορίστου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. προσληφθείς, προσληφθείσα, προσληφθέν κλπ.)
After visiting Japan, I have a newfound love of sushi.
Από όταν πήγα στην Ιαπωνία, το σούσι είναι η νέα μου αγάπη.

μεταχειρισμένος, δεύτερο χέρι

adjective (used, second hand)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παλιός

adjective (old)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

νέος κορονοϊός, νέος κορωνοϊός

noun (new strain of disease-causing virus)

Νέα Νότια Ουαλία

noun (initialism (New South Wales)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Καινή Διαθήκη

noun (written, initialism (New Testament)

New Territories

noun (written, initialism (New Territories)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

Νέα Υόρκη

noun (initialism (New York City)

(κύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.)

ανοιχτός σε νέες ιδέες

adjective (receptive, broad minded)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
My boss is open to new ideas, he always listens to our suggestions.

Παπούα Νέα Γουινέα

noun (island country in Pacific Ocean)

από την Παπούα Νέα Γουινέα

noun (native of Papua New Guinea)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

της Παπούας Νέας Γουινέας

adjective (of or from Papua New Guinea)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πένα

noun (UK (coin worth one hundredth of a pound)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There are one hundred pennies in every pound.
Κάθε λίρα έχει εκατό πένες.

νέο απόκτημα

noun (sports: new player)

The team welcomed the new recruit.

γιορτάζω την Πρωτοχρονιά

verbal expression (celebrate 1st of January)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

βλέπω με άλλο μάτι

verbal expression (figurative (fresh perspective) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Since they repainted the town hall I'm seeing it in a new light.

για νέο μας το λες;

interjection (informal (not surprised) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Yes, you're late again—so what else is new?

γυρίζω σελίδα

verbal expression (figurative (reform your behaviour) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Τι νέα;

expression (informal (greeting)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του newest στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του newest

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.