Τι σημαίνει το next στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης next στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του next στο Αγγλικά.

Η λέξη next στο Αγγλικά σημαίνει επόμενος, επόμενος, επόμενος, επόμενος, επόμενος, διπλανός, επόμενος, έπειτα, μετά, έπειτα, μετά, όπως όλοι, ακολουθώ, έπομαι, πάμφθηνα, τζάμπα, την επόμενη μέρα, δίπλα, δίπλα σε κπ/κτ, διπλανός, γείτονας, γειτόνισσα, νέα γενιά, νέα γενιά, αυτός που έχει σειρά, επόμενος στη σειρά διαδοχής, η μετά θάνατον ζωή, μετεμψύχωση, τον επόμενο μήνα, τον άλλο μήνα, κοντινότερος συγγενής, επόμενο βήμα, την επόμενη φορά, δίπλα σε κτ/κπ, σχεδόν, εκτός από, σχεδόν αδύνατος, προτελευταίος, προτελευταίος, ελάχιστος, την επόμενη εβδομάδα, την άλλη εβδομάδα, του χρόνου, διπλανός, ακριβώς δίπλα σε, στέκομαι πλάι σε κπ, είμαι δίπλα σε κπ, η δεύτερη επιλογή, την επομένη, την επόμενη μέρα, εις το επανιδείν, Και τώρα; Και τώρα τι;. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης next

επόμενος

adjective (immediately after)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
We're going to take the next plane.
Θα πάρουμε το επόμενο αεροπλάνο.

επόμενος

adjective (immediately behind)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I'll help the next person in line.
Θα βοηθήσω τον επόμενο στη σειρά.

επόμενος

adjective (person: in line)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Who is next?
Ποιος έχει σειρά;

επόμενος

adjective (second most important)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The next thing to do after gathering firewood is to put it all in a dry place.
Το επόμενο πράγμα που πρέπει να κάνουμε αφού μαζέψουμε ξύλα για τη φωτιά, είναι να τα βάλουμε σε ένα στεγνό μέρος.

επόμενος

adjective (nearest)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Proceed to the next open window.
Προχωρήστε στο κοντινότερο ανοιχτό παράθυρο.

διπλανός

adjective (adjacent)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
My grandparents live in the next house.
Οι παππούδες μου ζουν στο διπλανό σπίτι.

επόμενος

adjective (occasion: first to follow)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
We're going to visit family next Christmas.
Θα επισκεφτούμε τους συγγενείς μας τα επόμενα Χριστούγεννα.

έπειτα, μετά

adverb (in the nearest time)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Next, we will go to the beach.
Στη συνέχεια θα πάμε στην παραλία.

έπειτα, μετά

adverb (after)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Clean the kitchen, and next the bathroom.

όπως όλοι

expression (just as much as anyone else)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ακολουθώ, έπομαι

verbal expression (follow, be next in sequence)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
After the letter S, T comes next in the English alphabet.

πάμφθηνα, τζάμπα

expression (very cheaply)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
When we were first married we bought an old couch for next to nothing. At a yard sale you can buy anything you want for next to nothing.
Όταν παντρευτήκαμε αγοράσαμε έναν παλιό καναπέ πάμφθηνα. Σε ένα παζάρι μπορείς να αγοράσεις οτιδήποτε θελήσεις τζάμπα.

την επόμενη μέρα

adverb (informal (on the following day)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Next day he turned up on my doorstep with a big bunch of roses.
Την επόμενη ημέρα εμφανίστηκε στην πόρτα μου με ένα μεγάλο μπουκέτο τριαντάφυλλα.

δίπλα

adverb (in the next house along)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She lives next door with her mother and half a dozen cats.

δίπλα σε κπ/κτ

(in the next house along from)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διπλανός

noun as adjective (neighboring)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The people in the next-door apartment are very nosy.
Οι άνθρωποι στο διπλανό διαμέρισμα κάνουν πολύ θόρυβο.

γείτονας, γειτόνισσα

noun (informal, UK (next-door neighbors)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
I see that next door have visitors over the holidays.

νέα γενιά

noun ([sth] technologically advanced)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

νέα γενιά

noun (children, young people)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The next generation will have to clear up the environmental mess we have created.

αυτός που έχει σειρά

noun (person: front of queue)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The immigration officer called for the next in line to step forward.

επόμενος στη σειρά διαδοχής

noun (figurative (expected successor: to [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Prince Charles is next in line to the throne.

η μετά θάνατον ζωή

noun (Christianity: afterlife, existence after death) (χριστιανισμός)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When I die, I'm looking forward to being reunited with Harry in the next life.

μετεμψύχωση

noun (Buddhism: reincarnation) (βουδισμός)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I hope I don't come back as a flea in my next life.

τον επόμενο μήνα, τον άλλο μήνα

adverb (during the month after this one)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
We're going to Aberdeen next month to visit Jim's parents.

κοντινότερος συγγενής

noun (invariable (immediate family, closest relative)

My sister is listed as my next of kin on all my emergency forms. The authorities won't release the name of the victim until his next of kin have been notified.
Οι αρχές δεν θα αποκαλύψουν το όνομα του θύματος, έως ότου ειδοποιηθούν οι εγγύτεροι συγγενείς του.

επόμενο βήμα

noun (subsequent action to be taken)

I've stripped the wallpaper and primed the plaster, so the next step is to paint the walls.

την επόμενη φορά

adverb (informal (on the next occasion)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Next time I go to the supermarket I must remember to buy some cheese.
Την επόμενη φορά που θα πάω στο σούπερ μάρκετ πρέπει να θυμηθώ να αγοράσω τυρί.

δίπλα σε κτ/κπ

preposition (beside, adjacent to)

The house next to the golf course has great views across the fairway.
Το σπίτι δίπλα στο γήπεδο του γκολφ έχει υπέροχη θέα.

σχεδόν

preposition (figurative (almost)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
It's worth next to nothing in that condition.
Δεν αξίζει σχεδόν τίποτα σ' αυτήν την κατάσταση.

εκτός από

preposition (figurative (aside from, after)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I love William; next to my husband, he is my best friend.

σχεδόν αδύνατος

adjective (almost impossible)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
It was next to impossible to get tickets for the concert.

προτελευταίος

expression (penultimate, second to last)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
My daughter was upset because her team finished next to last in the league. November is the next-to-last month of the year.
Η κόρη μου ήταν αναστατωμένη γιατί η ομάδα της βγήκε προτελευταία στο πρωτάθλημα. Ο Νοέμβρης είναι ο προτελευταίος μήνας του χρόνου.

προτελευταίος

noun (one before last)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The British cyclist didn't do very well in the race; he was next to last.

ελάχιστος

noun (very little)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
After paying that huge telephone bill, I have next to nothing left in the bank. She managed to prepare a sumptuous meal from next to nothing.
Μου έμειναν ελάχιστα χρήματα στην τράπεζα, αφότου πλήρωσα τον υπέρογκο τηλεφωνικό λογαριασμό. Κατάφερε να ετοιμάσει ένα πλουσιοπάροχο γεύμα σχεδόν από το τίποτα (or: με ελάχιστα υλικά).

την επόμενη εβδομάδα, την άλλη εβδομάδα

adverb (during the week after this one)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I'm away until Sunday, but can meet with you next week.

του χρόνου

adverb (during the year after this one)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
We hope to see you again next year.
Ελπίζουμε να σε ξαναδούμε του χρόνου.

διπλανός

noun (often plural (person: in next house, apartment)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)
My next-door neighbor is always waking me up with his loud music.
Μονίμως ξυπνώ από τη δυνατή μουσική που βάζει ο δίπλα.

ακριβώς δίπλα σε

expression (immediately beside)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
I have a clock and a lamp right next to my bed.

στέκομαι πλάι σε κπ, είμαι δίπλα σε κπ

verbal expression (figurative (show solidarity with) (μτφ: συμπαράσταση)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
She stood next to her husband throughout the whole time when his business affairs were under investigation.

η δεύτερη επιλογή

noun (good substitute)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
I can't afford to buy a Volkswagen; the Toyota is the next best thing. Apples are not as sweet as candy, but I think they are the next best thing.

την επομένη, την επόμενη μέρα

adverb (the day after)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I enjoyed the film so much that I went back to the cinema the next day and watched it again.

εις το επανιδείν

adverb (goodbye)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)

Και τώρα; Και τώρα τι;

interjection (informal (expressing disbelief or mild dismay)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του next στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του next

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.