Τι σημαίνει το paced στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης paced στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του paced στο Αγγλικά.

Η λέξη paced στο Αγγλικά σημαίνει ρυθμός, βήμα, ρυθμός, βήμα, βήμα, πηγαινοέρχομαι, ορίζω τον ρυθμό, πηγαινοέρχομαι, βηματισμός, δίνω ρυθμό, μετρώ, πολύ αργά, αργά, σιγά, με τον ρυθμό μου, με τον δικό μου ρυθμό, αλλαγή παραστάσεων, γρήγορο βήμα, συμβαδίζω, συμβαδίζω, περπατώ πάνω-κάτω, δεν βιάζομαι, δεν το παρακάνω, δίνω το ρυθμό, αποτελώ παράδειγμα, ανεβάζω ταχύτητα, αυξάνω ταχύτητα, ανεβάζω ρυθμούς, αυξάνω το ρυθμό. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης paced

ρυθμός

noun (rate)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
His heart was beating at a pace which frightened the nurses.
Η καρδιά του χτυπούσε με τέτοιο ρυθμό που τρόμαξε τις νοσοκόμες.

βήμα

noun (way of walking)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Armies march at a steady pace.
Ο στρατός παρελαύνει με σταθερό βηματισμό.

ρυθμός

noun (speed)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The leading runner sets the pace in a race.
Ο πρώτος δρομέας δίνει τον ρυθμό στον αγώνα.

βήμα

noun (step)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She moved with short but rapid paces.
Κινήθηκε με μικρά αλλά γοργά βήματα.

βήμα

noun (measured distance)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
They stood ten paces apart.
Στέκονταν σε απόσταση δέκα βημάτων ο ένας από τον άλλο.

πηγαινοέρχομαι

transitive verb (walk back and forth) (σε κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
She paced the floor.
Πηγαινοερχόταν πάνω-κάτω στο δωμάτιο.

ορίζω τον ρυθμό

transitive verb (set speed for)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The most important thing when running a marathon is to pace yourself.
Το πιο σημαντικό στο τρέξιμο ενός μαραθωνίου είναι να βρεις ρυθμό.

πηγαινοέρχομαι

intransitive verb (walk quickly)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He paced outside as his wife was delivering the baby.
Πηγαινοερχόταν απέξω ενώ η γυναίκα του γεννούσε.

βηματισμός

noun (gait of horse)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
A horse has four paces - walk, trot, canter and gallop.

δίνω ρυθμό

transitive verb (set speed for: racing)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Runners hoping to set a new record need another runner to pace them.

μετρώ

transitive verb (measure with steps)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He paced the distance from the rock to the treasure.

πολύ αργά

adverb (figurative (very slowly)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

αργά, σιγά

adverb (slowly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The tortoise won the race, even though he went at a slow pace.

με τον ρυθμό μου, με τον δικό μου ρυθμό

adverb (at a speed one is comfortable with)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
From the tortoise and the hare, we learn that one can proceed at one's own pace and still be a winner.

αλλαγή παραστάσεων

noun (figurative (refreshing deviation from the usual) (μεταφορικά: τοποθεσία)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The water fight was a wonderful change of pace after working in the garden. Tonight's dinner is a welcome change of pace from the usual meat and potatos.
Το μπουγέλωμα ήταν μια ευχάριστη αλλαγή μετά τις δουλειές στον κήπο.

γρήγορο βήμα

noun (brisk or rapid rhythm)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He walked at such a fast pace that it was difficult to keep up with him.

συμβαδίζω

verbal expression (go as fast)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
John wasn't able to keep pace with the other runners.

συμβαδίζω

verbal expression (figurative (stay up to date) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I can never keep pace with his favorite television shows.

περπατώ πάνω-κάτω

verbal expression (walk back and forth)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δεν βιάζομαι, δεν το παρακάνω

transitive verb and reflexive pronoun (maintain steady rate)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

δίνω το ρυθμό

verbal expression (running, etc.: determine speed)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The lead runner set the pace for the 5K race.

αποτελώ παράδειγμα

verbal expression (figurative (set a precedent, example)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I'm hoping this session will set the pace for our future meetings.

ανεβάζω ταχύτητα, αυξάνω ταχύτητα, ανεβάζω ρυθμούς, αυξάνω το ρυθμό

verbal expression (increase speed)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του paced στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του paced

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.