Τι σημαίνει το pack στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης pack στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του pack στο Αγγλικά.

Η λέξη pack στο Αγγλικά σημαίνει συσκευάζω, φτιάχνω, παίρνω, φέρνω, φτιάχνω τη βαλίτσα, συσκευασία, πακέτο, σακίδιο, αγέλη, αγέλη, μάτσο, τσούρμο, τράπουλα, συμμορία, σπιρτόκουτο, συσκευάζω, στριμώχνω, στριμώχνω, πακετάρω, είμαι γεμάτος, συμπιέζω, φορτώνω, κρατάω, κουβαλάω, γεμίζω, πακετάρω, βάζω σε κουτιά, συσκευάζω, πακετάρω, βάζω σε κουτιά, συσκευάζω, σαβουριάζω, συμπιέζω, σταματάω, σταματώ, μαζεύω, χωράω, χωρώ, στριμώχνω, στέλνω, μαζεύω, συγυρίζω, τακτοποιώ, μαζεύω, συγυρίζω, τακτοποιώ, πακετάρω, βάζω σε κουτιά, συσκευάζω, συστοιχία, συσκευασία μπλίστερ, συσκευασία blister, κομπρέσα με πάγο, τράπουλα, μάσκα προσώπου, μπανάνα, συναρμολογούμενο έπιπλο, συναρμολογούμενος, μανιακός συλλέκτης, μανιακή συλλέκτρια, ζεστή κομπρέσα, παγοκύστη, παγοκύστη, παγοκύστη, κομμάτι πάγου που επιπλέει, jet pack, είμαι αποτελεσματικός, υποζύγιο, υποζύγιο, μάζα πάγου, σταματάω, κόφτο!, αρχηγός της αγέλης, πακέτο τσιγάρα, κοπάδι σκύλων, ένας σωρός ψέματα, παίρνω βάρος, σαβουρομαζώχτρας, επανασυσκευάζω, φτιάχνω βαλίτσες, φτιάχνω τη βαλίτσα μου, τα μαζεύω, ηλεκτρικός μετασχηματιστής, πακέτο συνοδευτικών εγγράφων τύπου, αγέλη λύκων, ομάδα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης pack

συσκευάζω

transitive verb (wrap for shipment)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Pack the books in a padded mailing envelope.
Συσκεύασε τα βιβλία σε έναν επενδεδυμένο φάκελο.

φτιάχνω

transitive verb (fill: suitcase, bag)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Have you packed your bags yet?
Έχεις φτιάξει τις βαλίτσες σου ή ακόμα;

παίρνω, φέρνω

transitive verb (put in luggage)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Don't forget to pack your toothbrush and pyjamas.
Μην ξεχάσεις να πάρεις μαζί σου την οδοντόβουρτσα και τις πυτζάμες σου.

φτιάχνω τη βαλίτσα

intransitive verb (fill suitcase, bag)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I need to pack for the trip to the beach.
Πρέπει να φτιάξω τη βαλίτσα μου για την εκδρομή στην παραλία.

συσκευασία

noun (bundle, package)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The beer comes in packs of six.
Η μπύρα πωλείται σε συσκευασίες των έξι.

πακέτο

noun (US (packet, carton)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Josh shook his last cigarette out of the pack.
Ο Τζος κούνησε το πακέτο για να βγάλει το τελευταίο τσιγάρο.

σακίδιο

noun (rucksack)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We went hiking for a week with all the food in my pack.
Πήγαμε πεζοπορία για μια εβδομάδα με όλα τα τρόφιμα στο σακίδιό μου.

αγέλη

noun (group of wolves)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The wolf pack worked together to catch its prey.
Η αγέλη των λύκων συνεργάστηκε για να πιάσει το θήραμά της.

αγέλη

noun (group of dogs)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The pack of wild dogs howled all night.
Η αγέλη των αγριόσκυλων αλυχτούσε όλη νύχτα.

μάτσο, τσούρμο

noun (figurative, informal (batch, group) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Those politicians are a pack of liars.

τράπουλα

noun (UK (set of playing cards)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
While we had a newer pack of cards, we still preferred to use this one.

συμμορία

noun (figurative (people: band)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The travellers were robbed by a pack of thieves.

σπιρτόκουτο

noun (book, box: of matches)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Do you have a pack of matches that I can use to light the candles?

συσκευάζω

intransitive verb (wrap packages for shipment)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We try to pick and pack the day an order is received.

στριμώχνω

transitive verb (fit, cram)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She packed everything tightly into a small box.

στριμώχνω

transitive verb (figurative (cram together) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My wife always packs a lot of activities into a day.

πακετάρω

transitive verb (wrap up)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Pack everything in a duffel bag.

είμαι γεμάτος

transitive verb (informal, usu passive (fill with people) (από κάποιους/κάτι)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The concert hall was so packed that you couldn't even see the band.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο τραγουδιστής, αν και τόσο νέος, κατάφερε να γεμίσει ένα ολοκληρο στάδιο με κόσμο.

συμπιέζω

transitive verb (compact, compress)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The sand was packed down by the weight of the trucks.

φορτώνω

transitive verb (load into a car)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I need to pack the suitcases in the car before we go.

κρατάω, κουβαλάω

transitive verb (informal (carry or wear)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Watch out - he's packing a gun!

γεμίζω

(usu passive (fill with partisans) (κάτι με κάποιους/κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The candidate's staff packed the hall with friendly supporters.

πακετάρω, βάζω σε κουτιά, συσκευάζω

phrasal verb, transitive, separable (tidy away in a box or bag)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πακετάρω, βάζω σε κουτιά, συσκευάζω

phrasal verb, transitive, separable (store in large quantities)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σαβουριάζω

phrasal verb, transitive, separable (slang, figurative (eat a lot of [sth]) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

συμπιέζω

phrasal verb, transitive, separable (make [sth] more compact)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Irene packed down the blanket so that it would fit in the drawer.

σταματάω, σταματώ

phrasal verb, transitive, separable (slang (activity: finish)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I think I'm going to pack it in for the night, it's been a long day.

μαζεύω

phrasal verb, transitive, separable (audience: attract) (μεταφορικά: κόσμο, κοινό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The Black-Eyed Peas really pack them in at their concerts.

χωράω, χωρώ, στριμώχνω

phrasal verb, transitive, separable (slang (fit) (μεταφορικά: σε χρόνο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
How many countries can we pack in during our two-week trip?

στέλνω

phrasal verb, transitive, separable (send [sb] somewhere)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μαζεύω, συγυρίζω, τακτοποιώ

phrasal verb, intransitive (tidy away)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It is getting dark, so the workmen are packing up for the day.

μαζεύω, συγυρίζω, τακτοποιώ

phrasal verb, transitive, separable (tidy away)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πακετάρω, βάζω σε κουτιά, συσκευάζω

phrasal verb, transitive, separable (package ready for posting)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

συστοιχία

noun (set of batteries) (μπαταρία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My husband has to carry extra battery packs for his camera, but I just buy AA batteries anywhere for mine.

συσκευασία μπλίστερ, συσκευασία blister

noun (tablets: push-through packet)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κομπρέσα με πάγο

noun (ice pack, compress)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
After getting hit in the eye, I put a cold pack on it to prevent swelling.

τράπουλα

noun (set of playing cards)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

μάσκα προσώπου

noun (facial skin cleansing substance)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

μπανάνα

noun (pouch worn round the waist) (μτφ: τσαντάκι μέσης)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

συναρμολογούμενο έπιπλο

noun (piece of self-assembly furniture)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
That store only sells flat-packs, so you have to put everything together yourself.

συναρμολογούμενος

noun as adjective (needing to be assembled)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

μανιακός συλλέκτης, μανιακή συλλέκτρια

noun (UK (person who keeps or collects)

ζεστή κομπρέσα

noun (heated compress for pain relief)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παγοκύστη

noun (ice-filled compress for pain relief)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
For an hour after the fight, he sat with an ice bag over his right eye.

παγοκύστη

noun (ice-filled compress for pain relief)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I applied an ice pack to my twisted ankle to relieve the pain.

παγοκύστη

noun (freezable pack used in coolers)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κομμάτι πάγου που επιπλέει

noun (floating ice mass)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The size of the permanent Arctic ice pack is diminishing.

jet pack

noun (fuel-powered propelling device) (διαστημικός περίπατος)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

είμαι αποτελεσματικός

verbal expression (figurative, informal (be powerful) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Wow! That whiskey really packs a punch!

υποζύγιο

noun (animal used for carrying)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

υποζύγιο

noun (horse used for carrying)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There is too much equipment for one pack horse to carry.

μάζα πάγου

noun (ice mass, ice floe)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Their ship was crushed after becoming trapped in pack ice.

σταματάω

verbal expression (UK, slang (stop)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

κόφτο!

interjection (UK, slang (stop doing that) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Pack it in, you two! Why are you always fighting?

αρχηγός της αγέλης

noun (dominant dog in a hunting group) (σκύλος)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πακέτο τσιγάρα

noun (10 or 20 cigarettes in a carton)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κοπάδι σκύλων

noun (group of wild dogs)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ένας σωρός ψέματα

noun (informal (false account)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
His statement to the Police was a pack of lies.
Η κατάθεσή του στην αστυνομία ήταν ένας σωρός ψέματα.

παίρνω βάρος

verbal expression (gain weight)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

σαβουρομαζώχτρας

noun (US, figurative (person who hoards or collects) (ανεπίσημο)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The old lady was a pack rat, and when she died it took several large moving vans to empty the house of her belongings.

επανασυσκευάζω

transitive verb (return [sth] to container)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

φτιάχνω βαλίτσες, φτιάχνω τη βαλίτσα μου

verbal expression (prepare luggage)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I had bought so much clothing, I could barely pack my bags.

τα μαζεύω

verbal expression (informal, figurative (prepare to leave)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When Sandra found out about her husband's affair with another woman, she told him to pack his bags.

ηλεκτρικός μετασχηματιστής

noun (electrical adaptor, converter)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
This power pack's losing its charge: I'll be needing a new one soon.

πακέτο συνοδευτικών εγγράφων τύπου

noun (media publicity pack)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The marketing department is preparing a press kit for the launch of the product.

αγέλη λύκων

noun (group of wolves)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ομάδα

noun (figurative (group of attacking submarines)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του pack στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του pack

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.