Τι σημαίνει το salad στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης salad στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του salad στο Αγγλικά.

Η λέξη salad στο Αγγλικά σημαίνει σαλάτα, σαλάτα, σαλάτα του Καίσαρα, σαλάτα σίζαρς, κοτοσαλάτα, λυκοτρίβολο, σαλάτα με καλαμπόκι και λαχανικά, αυγοσαλάτα, αβγοσαλάτα, φρουτοσαλάτα, πράσινη σαλάτα, χωριάτικη σαλάτα, πράσινη σαλάτα, σαλάτα με ψητό κοτόπουλο, κρύα σαλάτα με ζυμαρικά, μακαρονοσαλάτα, πατατοσαλάτα, σάλτσα ραντς, μπουφές με σαλάτες, σαλατιέρα, ντρέσινγκ σαλάτας που θυμίζει αραιή μαγιονέζα, νιάτα, λαδόξιδο σαλάτας, κουτάλα για σαλάτα, στεγνωτήρας λαχανικών, ανοιξιάτικη σαλάτα, σαλάτα taco, ανάμεικτη σαλάτα, σαλάτα γουόλντορφ, ασυναρτησίες. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης salad

σαλάτα

noun (cold food with lettuce, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Our salads contain lettuce, tomato, eggs, etc..
Οι σαλάτες μας περιέχουν μαρούλι, ντομάτες, αυγά κλπ.

σαλάτα

noun (cold food without lettuce)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Pasta salads are usually served cold.

σαλάτα του Καίσαρα, σαλάτα σίζαρς

noun (food)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κοτοσαλάτα

noun (salad with chicken)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Chicken salad is made with bits of chicken and mayonnaise.

λυκοτρίβολο

noun (leafy vegetable)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σαλάτα με καλαμπόκι και λαχανικά

noun (mixed sweetcorn and vegetables)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αυγοσαλάτα, αβγοσαλάτα

noun (chopped egg in mayonnaise)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My boss used to have an egg salad sandwich for lunch every day.

φρουτοσαλάτα

noun (mixed-fruit dish)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A bowl of fruit salad is always refreshing on a hot summer's day.

πράσινη σαλάτα

noun (dish: raw vegetables)

I'll have the garden salad with blue cheese dressing.

χωριάτικη σαλάτα

noun (cold dish with feta and olives)

For lunch, I had Greek salad, fresh bread to mop up the olive oil, and a glass of retsina.

πράσινη σαλάτα

noun (salad consisting of lettuce, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This restaurant makes a fabulous green salad.

σαλάτα με ψητό κοτόπουλο

(US (salad with chicken)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κρύα σαλάτα με ζυμαρικά

noun (US (cold pasta with mayonnaise)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The macaroni salad at my family's summer picnic was delicious!

μακαρονοσαλάτα

noun (cold dish of dressed pasta)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πατατοσαλάτα

noun (potato chunks in mayonnaise)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The picnic menu included fried chicken, potato salad, and ice cream.

σάλτσα ραντς

noun (US (seasoned mayonnaise sauce)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

μπουφές με σαλάτες

noun (cold self-service salad buffet)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

σαλατιέρα

noun (large dish for salad vegetables)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Mom always tosses salad in the big wooden salad bowl.

ντρέσινγκ σαλάτας που θυμίζει αραιή μαγιονέζα

noun (UK (dressing: thin mayonnaise)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

νιάτα

plural noun (figurative (time of one's youth)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
At their college reunion, the old men reminisced about their salad days in the 20s.

λαδόξιδο σαλάτας

noun (vinaigrette)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I started a diet yesterday so please don't put any salad dressing on my lettuce.

κουτάλα για σαλάτα

noun (utensil for serving salad)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The salad fork is placed to the left of the dinner fork.

στεγνωτήρας λαχανικών

noun (device for drying salad)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ανοιξιάτικη σαλάτα

noun (cold dish of seasonal spring foods)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

σαλάτα taco

noun (Tex-Mex food: open filled tortilla)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ανάμεικτη σαλάτα

noun (salad mixed with dressing)

Billy brought a tossed salad to the barbecue.

σαλάτα γουόλντορφ

noun (cold dish)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ασυναρτησίες

noun (meaningless jumble of words)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του salad στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του salad

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.