Τι σημαίνει το dress στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης dress στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του dress στο Αγγλικά.

Η λέξη dress στο Αγγλικά σημαίνει φόρεμα, ντύνομαι, ντύνω, βραδινός, επίσημος, ρούχα, παρατάσσομαι, δένω, φτιάχνω, ετοιμάζω για μαγείρεμα, περιχύνω, περιποιούμαι, παρατάσσω, λειαίνω, ντύνομαι πρόχειρα, μειώνω, ταπεινώνω, μαλώνω κπ για κτ, μαλώνω κπ που έκανε κτ, βάζω τα καλά μου, βάζω τα καλά μου, μεταμφιέζομαι, ντύνω, στολίζω, πρόχειρα, ανεπίσημα ρούχα, βραδυνό φόρεμα, πάρτυ μεταμφιεσμένων, ντύνομαι με ρούχα του αντίθετου φύλλου, πρώτος εξώστης, κανόνας ένδυσης, καλό παντελόνι, επίσημη πρόβα, τελική πρόβα, καλό πουκάμισο, επίσημο πουκάμισο, βραδινό πουκάμισο, επίσημα υποδήματα, κοστούμι, ντύνομαι επίσημα, ντύνομαι στην τρίχα, ντύνομαι στην πένα, μασκαρεύομαι, επίσημος, επίσημη ενδυμασία, βραδινό φόρεμα, επίσημο ένδυμα, στολή, επίσημο ένδυμα, επίσημο ένδυμα, επίσημος, νυφικό, φόρεμα σπιτιού, φόρεμα σαλοπέτα, μακρύ φόρεμα, ένδυμα δεξιώσεων, επίσημο ένδυμα, στυλ ντυσίματος, καλοκαιρινό φόρεμα, αμάνικο φόρεμα, συσκευασία προϊόντος, εμφάνιση προϊόντος, παραδοσιακή φορεσιά, παραδοσιακή στολή, τουνίκ, νυφικό, κρουαζέ φόρεμα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης dress

φόρεμα

noun (woman's item of clothing) (γυναικείο ρούχο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She wore a beautiful blue dress.
Φορούσε ένα υπέροχο μπλε φόρεμα (or: φουστάνι).

ντύνομαι

intransitive verb (put clothes on yourself) (φοράω τα ρούχα μου)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He dressed and ate breakfast quickly.
Ντύθηκε κι έφαγε γρήγορα πρωινό.

ντύνω

transitive verb (put clothes on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Dress the children quickly so we can go.
Ντύσε, γρήγορα, τα παιδιά, για να φύγουμε.

βραδινός, επίσημος

adjective (formal) (επίσημος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He wore his dress suit to the formal dinner.
Φόρεσε το βραδινό (or: επίσημο) κοστούμι του στο επίσημο δείπνο.

ρούχα

noun (clothing generally)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
His dress was not appropriate for the opera.

παρατάσσομαι

intransitive verb (military: become aligned)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The new recruits dressed and waited for the officer to speak.

δένω

transitive verb (apply a bandage to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The nurse dressed his wound once the bleeding stopped.

φτιάχνω

transitive verb (dated (hair) (μτφ: τα μαλλιά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I need to dress my hair before we go out tonight.

ετοιμάζω για μαγείρεμα

transitive verb (dated (prepare for eating)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
First you need to dress the chicken by removing the excess fat.

περιχύνω

transitive verb (add sauce to a salad) (κάτι με κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She prefers to dress her salad with olive oil instead of salad dressing.

περιποιούμαι

transitive verb (groom a horse) (τα άλογα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She helped to dress the cavalry horses before the big parade.

παρατάσσω

transitive verb (align military troops) (τους στρατιώτες)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The officer always started drills by dressing the troops.

λειαίνω

transitive verb (stone: make smooth)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A mason has to dress stone to make it smooth.

ντύνομαι πρόχειρα

phrasal verb, intransitive (wear casual clothes)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We can dress down tonight because the wedding is going to be very informal.

μειώνω, ταπεινώνω

phrasal verb, transitive, separable (US, informal (scold) (ΗΠΑ, καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μαλώνω κπ για κτ

phrasal verb, transitive, separable (US, informal (scold) (συνήθως παιδί)

μαλώνω κπ που έκανε κτ

phrasal verb, transitive, separable (US, informal (scold) (συνήθως παιδί)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
My boss dressed me down for being rude to the client.

βάζω τα καλά μου

phrasal verb, intransitive (in evening wear)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The actress loves dressing up for film premieres.
Στην ηθοποιό αρέσει να βάζει τα καλά της για την πρεμιέρα ταινιών.

βάζω τα καλά μου

phrasal verb, intransitive (in formal clothes)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
For those not wanting to dress up, the restaurant has a casual dress code.
Για όσους δεν θέλουν να βάλουν τα καλά τους το εστιατόριο κάνει αποδεκτή την καθημερινή ενδυμασία.

μεταμφιέζομαι

phrasal verb, intransitive (in costume)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
My son likes to dress up as a pirate.
Στον γιο μου αρέσει να ντύνεται πειρατής.

ντύνω

phrasal verb, transitive, separable (clothe stylishly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lisa dressed her daughter up in a pretty dress.
Η Λίζα έντυσε την κόρη της με ένα όμορφο φόρεμα.

στολίζω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (embellish, enhance)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The film director dressed up the story to make the characters more appealing to the audience.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας διάνθισε την ιστορία για να κάνει τους χαρακτήρες πιο ελκυστικούς στο κοινό.

πρόχειρα, ανεπίσημα ρούχα

noun (informal clothing)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The dress code for the event is casual dress.

βραδυνό φόρεμα

noun (women's eveningwear)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She looked stunning in her little black cocktail dress.

πάρτυ μεταμφιεσμένων

noun (US (costumed ball)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Children often dress up at Halloween for costume parties.
Τα παιδιά ντύνονται στη γιορτή του Halloween και πηγαίνουν σε πάρτυ μεταμφιεσμένων.

ντύνομαι με ρούχα του αντίθετου φύλλου

intransitive verb (dress as opposite sex)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πρώτος εξώστης

noun (theater seats) (θεάτρου)

κανόνας ένδυσης

noun (acceptable clothing)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The invitation states that the dress code is formal.
Η πρόσκληση σημειώνει πως ο κανόνας ένδυσης απαιτεί επίσημη ενδυμασία.

καλό παντελόνι

plural noun (US (men's formal trousers)

Even if you live in jeans, you should own at least one nice pair of dress pants.

επίσημη πρόβα, τελική πρόβα

noun (practice performance)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I won't be able to attend tomorrow's play, but I hope to see the dress rehearsal.

καλό πουκάμισο, επίσημο πουκάμισο, βραδινό πουκάμισο

noun (men's formal long-sleeved shirt)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
For his wedding ceremony, he put on a dress shirt, cufflinks, and a bow tie.

επίσημα υποδήματα

noun (usually plural (formal footwear) (λόγιο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κοστούμι

noun (man's formal outfit for evening)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My husband looks very elegant in his dress suit.

ντύνομαι επίσημα

verbal expression (informal (wear smart clothes)

As her date was tonight, Carol wanted to dress to impress.

ντύνομαι στην τρίχα, ντύνομαι στην πένα

verbal expression (figurative (woman: wear stylish clothes) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Paula is a very glamorous woman who always dresses to kill.

μασκαρεύομαι

noun (children: putting on costumes)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
My daughters often play dress-up with my old clothes.
Οι κόρες μου συχνά μασκαρεύονται με τα παλιά μου ρούχα.

επίσημος

adjective (US (occasion: formal)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Marty bought a smart suit to wear at the dress-up dinner.

επίσημη ενδυμασία

noun (formal clothing)

βραδινό φόρεμα

noun (woman's long formal garment)

επίσημο ένδυμα

noun (US (formal or evening clothes)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The invitation states we should wear fancy dress, so I'll need to buy a new suit.

στολή

noun (UK (costume, disguise)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Marco turned up to the party in a Superman outfit, because he thought he was supposed to wear fancy dress.
Ο Μάρκο εμφανίστηκε στο πάρτι ντυμένος σούπερμαν, επειδή νόμιζε ότι έπρεπε να φορέσει στολή.

επίσημο ένδυμα

noun (clothing for elegant or solemn occasions)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We all had to wear formal dress when meeting the Queen.

επίσημο ένδυμα

noun (formal, ceremonial clothing)

επίσημος

noun as adjective (clothing: formal, ceremonial)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The police officers attended the parade in full dress uniform.

νυφικό

noun (wedding dress)

Jane's wedding gown was breathtaking.
Το νυφικό τη Τζέιν ήταν απίστευτο.

φόρεμα σπιτιού

noun (chiefly US (dress for housework)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

φόρεμα σαλοπέτα

noun (pinafore dress)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Kate hated jumpers as a child, but her mother always bought them for her.
Η Κέιτ μισούσε τα φορέματα σαλοπέτα ως παιδί, αλλά η μητέρα της πάντα της τα αγόραζε ούτως ή άλλως.

μακρύ φόρεμα

noun (ankle-length dress)

ένδυμα δεξιώσεων, επίσημο ένδυμα

noun (cocktail dress, evening dress)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Cathy was furious that the clumsy waiter spilled wine all over her new party dress.

στυλ ντυσίματος

noun (clothing or fashion type)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

καλοκαιρινό φόρεμα

noun (lightweight sleeveless sundress)

αμάνικο φόρεμα

noun (sleeveless summer garment)

Gloria wore a yellow sundress to the wedding.

συσκευασία προϊόντος, εμφάνιση προϊόντος

noun (business: product's appearance)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
A product's trade dress is important because it attracts consumers.

παραδοσιακή φορεσιά, παραδοσιακή στολή

noun (national costume)

τουνίκ

noun (dress: long, without waist)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Want to see the tunic that I bought on sale at the mall today?

νυφικό

noun (gown worn by a bride)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I tried on several wedding dresses before I found the perfect one.

κρουαζέ φόρεμα

noun (women's garment with wrapover front)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του dress στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του dress

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.