Τι σημαίνει το saw στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης saw στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του saw στο Αγγλικά.

Η λέξη saw στο Αγγλικά σημαίνει πριόνι, κόβω με το πριόνι, κόβω με πριόνι, πριονίζω, ρητό, απόφθεγμα, βλέπω, βλέπω, βλέπω, βλέπω, διακρίνω, βλέπω, βλέπω, βλέπω, βλέπω, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, επισκοπική έδρα, βλέπω κπ ως κτ, μαθαίνω, βλέπω, βλέπω, βλέπω, φαντάζομαι, βρίσκω αποδεκτό, θεωρώ αποδεκτό, θεωρώ, βλέπω, βλέπομαι, βρίσκομαι, βλέπω, βλέπω, βλέπω, ζω, βλέπω, προσέχω, πριονίζω, πριόνι, τοξοειδές πριόνι, δισκοπρίονο, αλυσοπρίονο, κυκλικό πριόνι, σέγα χειρός, σέγα, πριόνι, σιδεροπρίονο, πριόνι τρυπών, σέγα, δισκοπρίονο, λεπίδα πριονιού, σερενόα η πριονωτή, σερενόα η πριονωτή, οδοντωτός, πριονωτός, σέγα, τραμπάλα, ταλαντεύομαι, σεγάτσα, πριόνι, αυξομείωση, βάζω σε δίλλημα, πριονίζω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης saw

πριόνι

noun (tool for cutting)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Paul cut down the tree with a saw.
Ο Πολ έκοψε το δέντρο με ένα πριόνι.

κόβω με το πριόνι

intransitive verb (cut with a saw)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He sawed along the line he had marked with the pencil.
Πριόνισε κατά μήκος της γραμμής που είχε σημειώσει με το μολύβι.

κόβω με πριόνι

transitive verb (cut with a saw)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The magician sawed his assistant in half.
Ο μάγος έκοψε τη βοηθό του στη μέση με πριόνι.

πριονίζω

transitive verb (figurative (move as if to cut with a saw) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He sawed the air with his hand.

ρητό, απόφθεγμα

noun (literary (saying, maxim)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
You can lead a horse to water but you can't make it drink, as the old saw has it.

βλέπω

intransitive verb (have sight)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I can't see. Can you turn on the light?
Δεν βλέπω. Μπορείς να ανάψεις το φως;

βλέπω

transitive verb (view as a spectator)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Have you seen her latest film?
Έχεις δει την τελευταία της ταινία;

βλέπω

transitive verb (observe)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Have you ever seen such a big book?
Έχεις δει ποτέ σου τόσο μεγάλο βιβλίο;

βλέπω, διακρίνω

transitive verb (make out)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Can you see that hill in the distance?
Μπορείς να διακρίνεις εκείνον τον λόφο στο βάθος;

βλέπω

transitive verb (visit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'd like to go and see Aunt June this weekend.
Θέλω να πάω να δω την θεία μου αυτό το σαββατοκύριακο.

βλέπω

transitive verb (consult)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I need to see a doctor.
Πρέπει να δω έναν γιατρό.

βλέπω

transitive verb (perceive)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I see the situation differently.
Αντιλαμβάνομαι διαφορετικά την κατάσταση.

βλέπω, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι

transitive verb (figurative (understand)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I see what you're saying, but I still don't agree.
Καταλαβαίνω τι λες, ωστόσο δεν συμφωνώ.

καταλαβαίνω

intransitive verb (understand)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I see. So that's why you weren't home.
Κατάλαβα. Για αυτό λοιπόν δεν ήσουν σπίτι.

επισκοπική έδρα

noun (ecclesiastic office)

The see was left vacant until a new bishop was appointed.

βλέπω κπ ως κτ

verbal expression (consider [sb] to be [sth])

The students see their teacher as a role model.
Τα παιδιά βλέπουν τον δάσκαλό τους ως πρότυπο.

μαθαίνω, βλέπω

intransitive verb (find out)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I'll see if my father knows anything about it.

βλέπω

intransitive verb (observe)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Those who saw said it was a terrible sight.

βλέπω

intransitive verb (look at the situation)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Let's see, what do we need to do next?
Για να δούμε, τι πρέπει να κάνουμε μετά;

φαντάζομαι

transitive verb (visualize)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I can just see the look on his face!

βρίσκω αποδεκτό, θεωρώ αποδεκτό

transitive verb (find acceptable)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Yes, I definitely see that. What a great plan!
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Λυπάμαι, αλλά δεν βλέπω να πιάνει το σχέδιό σου.

θεωρώ

transitive verb (regard as, consider)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I see her as a future prime minister.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με φρόντιζε τόσα χρόνια και πλέον τη βλέπω σα μητέρα.

βλέπω

transitive verb (assure)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He looked all around to see that no one was present.

βλέπομαι, βρίσκομαι

transitive verb (date) (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό και αλληλοπαθητικό: Φανερώνει ότι η ενέργεια την οποία εκτελούν τα υποκείμενα επιστρέφει στα ίδια τα υποκείμενα, π.χ. αγαπιούνται (=αγαπάνε ο ένας τον άλλον) κλπ. Συχνά ξεκινάει με το πρόθημα αλληλο-)
We've been seeing each other for three weeks.
Βλεπόμαστε εδώ και τρεις εβδομάδες.

βλέπω

transitive verb (keep company with)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You've been seeing a lot of those boys lately, haven't you?
Βλέπεις συχνά τα παιδιά τελευταία, έτσι δεν είναι;

βλέπω

transitive verb (attend to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The doctor will see you now.

βλέπω

transitive verb (gambling: accept a bet)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'll see your hundred, and raise you a hundred.

ζω

transitive verb (know)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
This boat has seen better days.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αν και σχετικά νέος έχω δει πολλά στη ζωή μου.

βλέπω, προσέχω

transitive verb (notice)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I see the miners have gone on strike again, according to the paper.

πριονίζω

phrasal verb, transitive, separable (sever by sawing)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πριόνι

noun (woodworking machine)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A band saw allows you to cut free form shapes, which may not be possible with regular saws.

τοξοειδές πριόνι

(carpentry)

δισκοπρίονο

noun (spinning circular saw)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Sally cut the wood with a buzz saw.

αλυσοπρίονο

noun (motorized cutting tool)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The cat and dog ran when they heard the sound of the chainsaw.
Η γάτα και ο σκύλος έτρεξαν όταν άκουσαν τον ήχο του αλυσοπρίονου.

κυκλικό πριόνι

noun (cutting tool)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A construction carpenter always carries a hammer and a circular saw.

σέγα χειρός

noun (carpentry)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

σέγα

noun (type of cutting tool) (εργαλείο κοπής)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πριόνι, σιδεροπρίονο

noun (fine-toothed saw)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Rodney used a hacksaw to cut the wood.

πριόνι τρυπών

noun (rotary saw)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σέγα

noun (type of saw) (είδος πριονιού)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The carpenter used a jigsaw for the detail work.
Ο ξυλουργός χρησιμοποίησε μια σέγα για τη λεπτοδουλειά.

δισκοπρίονο

noun (electrically-powered saw)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I can't cut straight with a hand saw, but a power saw makes it easy.

λεπίδα πριονιού

noun (saw: serrated edge)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I need a new blade for my bandsaw.

σερενόα η πριονωτή

noun (shrublike palmetto plant)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

σερενόα η πριονωτή

noun (tall palm tree)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

οδοντωτός, πριονωτός

adjective (having points, edges like a saw)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

σέγα

noun (narrow mounted saw)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

τραμπάλα

noun (child's playground toy)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The sisters played on the seesaw together.

ταλαντεύομαι

intransitive verb (figurative (move back and forth)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

σεγάτσα

noun (small saw)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πριόνι

noun (two-person saw)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

αυξομείωση

noun (figurative (movement in opposite directions) (οικονομικός όρος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

βάζω σε δίλλημα

transitive verb (figurative (pull in opposite directions) (κάποιον άλλο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πριονίζω

transitive verb (saw with a whipsaw)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του saw στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.