Τι σημαίνει το sketch στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης sketch στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του sketch στο Αγγλικά.

Η λέξη sketch στο Αγγλικά σημαίνει σκίτσο, σκετς, σκιτσάρω, σκιτσάρω, γενική περιγραφή, γενική εικόνα, συνοπτική περιγραφή, περιγράφω συνοπτικά, λέω με δυο λόγια, σκιτσάρω, βιογραφική σκιαγράφηση, βιογραφικό σημείωμα, κωμικό σκετς, σκίτσο κουστουμιού, σχέδιο μόδας, σκίτσο, πρόχειρος χάρτης, μπλοκ, μικρό σκίτσο, μικρό σκαρίφημα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης sketch

σκίτσο

noun (quick drawing)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Trevor's sketch showed the piece of furniture he planned to make.
Το σκίτσο του Τρέβορ έδειχνε το έπιπλο που σχεδίαζε να φτιάξει.

σκετς

noun (short comic scene)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
This comedy show is made up of a number of sketches.
Αυτή η κωμωδία αποτελείται από μια σειρά σκετς.

σκιτσάρω

transitive verb (draw quickly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Julie sketched the house and garden.
Η Τζούλη σχεδίασε πρόχειρα το σπίτι και τον κήπο.

σκιτσάρω

intransitive verb (make a quick drawing)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Harry has been sketching in the garden all day.
Ο Χάρρυ σκιτσάρει στον κήπο όλη μέρα.

γενική περιγραφή, γενική εικόνα, συνοπτική περιγραφή

noun (brief outline)

The boss provided them with a sketch of the project and said she'd give them more details later.

περιγράφω συνοπτικά

transitive verb (give a brief description of)

Mary sketched the plot of the film for those who hadn't seen it.

λέω με δυο λόγια

phrasal verb, transitive, separable (figurative (describe briefly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Please sketch out what you've planned for the holidays.

σκιτσάρω

phrasal verb, transitive, separable (draw roughly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The artist sketched out his idea for his next painting.
Ο καλλιτέχνης έκανε ένα πρόχειρο σκίτσο της ιδέας που είχε για τον επόμενο πίνακά του.

βιογραφική σκιαγράφηση

noun (brief account of [sb]'s life)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

βιογραφικό σημείωμα

noun (short curriculum vitae, resume)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The association asked the nominees to provide autobiographical sketches.

κωμικό σκετς

noun (short comic scene)

The comedy skit featured men dressed as bears.

σκίτσο κουστουμιού

noun (clothing designer's drawing)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σχέδιο μόδας

noun (clothes designer's drawing)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σκίτσο

noun (rapid or loose drawing)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Michelangelo always made a rough sketch before starting a sculpture.

πρόχειρος χάρτης

noun (roughly-drawn map)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Instead of trying to explain it, I'll draw you a quick sketch map.

μπλοκ

noun (artist's book for rough drawings)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

μικρό σκίτσο, μικρό σκαρίφημα

noun (small preliminary drawing)

Pete always does a thumbnail sketch at the scene of a crime.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του sketch στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του sketch

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.