Τι σημαίνει το stable στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης stable στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του stable στο Αγγλικά.

Η λέξη stable στο Αγγλικά σημαίνει σταθερός, σταθερός, σταθερός, γερός, μόνιμος, που έχει σώας τας φρένας, στάβλος, ιππικός όμιλος, βάζω κτ στο στάβλο, σταθμεύω, ενεργώ όταν είναι πλέον πολύ αργά, στάβλος, παραμένω σταθερός, παραμένω σταθερός, σταθερή κατάσταση, σταθερή περίοδος, σταβλίτης. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης stable

σταθερός

adjective (not changing)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The weather has been stable for several days.
Ο καιρός έχει μείνει αμετάβλητος για αρκετές μέρες.

σταθερός

adjective (physical condition: unchanging)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The doctors say Nigel is very ill, but he is stable at the moment.
Οι γιατροί λένε πως ο Νάιτζελ είναι πολύ άρρωστος, αλλά είναι σταθερός αυτήν τη στιγμή.

σταθερός, γερός

adjective (firm, steady)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Hannah checked the chair was stable, before climbing onto it. Despite that large crack, the wall is stable.

μόνιμος

adjective (lasting, permanent)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Josh and Chris have been in a stable relationship for three years now.

που έχει σώας τας φρένας

adjective (mentally sound)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The doctors think Harry is stable again now, after his breakdown.

στάβλος

noun (horse enclosure)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Roberta put fresh straw down in the stable, ready to bring the horse in for the night.
Η Ρομπέρτα έβαλε φρέσκο άχυρο στον στάβλο, και ετοιμάστηκε να φέρει το άλογο μέσα για τη νύχτα.

ιππικός όμιλος

noun (racehorses belong to same owner) (κέντρο εκπαίδευσης)

The horse that won this race is out of the same stable as last year's winner.

βάζω κτ στο στάβλο

transitive verb (horse: put in stable)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The riders stabled their horses.
Οι ιππείς έβαλαν τα άλογά τους στον στάβλο.

σταθμεύω

transitive verb (vehicle: park in depot) (το ίδιο το όχημα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The drivers stable their delivery vans here.

ενεργώ όταν είναι πλέον πολύ αργά

noun (figurative, informal (acting too late)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tony's debts are huge now; buying a few items second-hand seems like closing the stable door after the horse has bolted.

στάβλος

noun (US (stable)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

παραμένω σταθερός

(not vary or fluctuate)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The man was seriously injured but doctors say his condition remains stable.
Ο άντρας τραυματίστηκε σοβαρά αλλά οι γιατροί λένε πως η κατάστασή του παραμένει σταθερή.

παραμένω σταθερός

(stay steady)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The patient's heartbeat remained stable.

σταθερή κατάσταση

noun (health: not worsening)

The gunshot victim is in a stable condition at County Hospital.

σταθερή περίοδος

noun (time: no fluctuation, change)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The 7th and 8th Egyptian Dynasties were not stable periods.

σταβλίτης

noun ([sb] who tends horses)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του stable στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του stable

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.