Τι σημαίνει το turf στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης turf στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του turf στο Αγγλικά.

Η λέξη turf στο Αγγλικά σημαίνει χορτάρι, χλοοτάπητας, γήπεδο, περιοχή, ιππόδρομος, ιππόδρομος, τύρφη, τύρφη, στρώνω χλοοτάπητα, διώχνω, διώχνω κπ από κάπου, βγάζω κπ από κάπου, πάτρια εδάφη, έδρα, πιάτο με θαλασσινά και κρεατικά, πόλεμος επικράτησης. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης turf

χορτάρι

noun (ground and grass)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The gardener walked across the turf to the vegetable plot.
Ο κηπουρός διέσχισε το γκαζόν προς το παρτέρι με τα λαχανικά.

χλοοτάπητας

noun (slab of grass and soil)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Paul is laying turf in his garden.
Ο Παύλος βάζει φυσικό χλοοτάπητα στον κήπο του.

γήπεδο

noun (figurative (territory, realm) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Confident now she was on her own turf, the minister began to explain the issues she had researched so thoroughly.
Έχοντας αυτοπεποίθηση τώρα που ήταν στα χωράφια της η υπουργός άρχισε να εξηγεί τα ζητήματα που είχε ερευνήσει τόσο διεξοδικά.

περιοχή

noun (figurative (territory of a gang)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The gang leaders attacked a member of a rival gang for being on their turf.

ιππόδρομος

noun (track for horse racing)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ιππόδρομος

noun (informal (horse racing) (ως άθλημα)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

τύρφη

noun (slab of peat)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

τύρφη

noun (uncountable (peat)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

στρώνω χλοοτάπητα

transitive verb (cover with turf) (σε κάτι)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The garden designer recommended that the home owner should turf the patch of ground immediately in front of the house.

διώχνω

phrasal verb, transitive, separable (UK, slang (remove, eject)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My mum had had enough of us getting under her feet, so she turfed us out.

διώχνω κπ από κάπου, βγάζω κπ από κάπου

phrasal verb, transitive, separable (UK, slang (remove, eject)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
They turfed us out of the pub at 2am.

πάτρια εδάφη

noun (figurative (one's native country)

έδρα

noun (sports team's own playing field) (αθλητικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Our team always plays better when they´re on home turf.

πιάτο με θαλασσινά και κρεατικά

noun (cuisine)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

πόλεμος επικράτησης

noun (dispute over territory)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του turf στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.