Τι σημαίνει το turkey στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης turkey στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του turkey στο Αγγλικά.

Η λέξη turkey στο Αγγλικά σημαίνει γαλοπούλα, γαλοπούλα, πατάτα, άχρηστος, Τουρκία, κρύα γαλοπούλα, απεξάρτηση χωρίς φάρμακα, κόψιμο μαχαίρι, μια κι έξω, μπαμ και κάτω, απότομος, κόβω κτ μαχαίρι, μιλάω ειλικρινά, μιλάω ευθέως, δρυς η κηρρίς, σάντουιτς με γαλοπούλα, άγρια γαλοπούλα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης turkey

γαλοπούλα

noun (large bird)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Do you see that wild turkey over there?
Βλέπεις εκείνη την άγρια γαλοπούλα εκεί πέρα;

γαλοπούλα

noun (food: meat of the bird)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We ate turkey for Thanksgiving dinner.
Φάγαμε γαλοπούλα στο δείπνο την Ημέρα των Ευχαριστιών.

πατάτα

noun (slang (flop, not good) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Critics called the film the biggest turkey of the year.

άχρηστος

noun (slang (useless person)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
You're such a turkey! I don't know why you came.

Τουρκία

noun (country)

(κύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.)
Turkey is a predominantly Muslim country. I'm going to Turkey on holiday this year.

κρύα γαλοπούλα

noun (leftover turkey meat served cold) (κυριολεκτικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Since Christmas we have been eating cold turkey sandwiches every day.

απεξάρτηση χωρίς φάρμακα, κόψιμο μαχαίρι

noun (figurative (sudden withdrawal from [sth] addictive) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Some people believe that cold turkey is the only way to beat addiction.

μια κι έξω, μπαμ και κάτω

adverb (abruptly, without support) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He quit smoking, and he did it cold turkey.
Έκοψε το κάπνισμα και το έκανε μια κι έξω.

απότομος

adjective (abrupt and sudden)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Cold turkey withdrawal from any drug is very difficult.
Η απότομη διακοπή των οποιουδήποτε είδους ναρκωτικών είναι πολύ δύσκολη.

κόβω κτ μαχαίρι

verbal expression (addiction: quit abruptly) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He was shivering and sweating because he had no money to buy more drugs and was going cold turkey.

μιλάω ειλικρινά, μιλάω ευθέως

verbal expression (US, figurative, informal (speak frankly and practically)

δρυς η κηρρίς

noun (variety of large tree) (επίσ: είδος βελανιδιάς)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

σάντουιτς με γαλοπούλα

noun (turkey meat between slices of bread)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

άγρια γαλοπούλα

(bird)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του turkey στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του turkey

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.