Τι σημαίνει το apartar στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης apartar στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του apartar στο ισπανικά.

Η λέξη apartar στο ισπανικά σημαίνει κάνω κτ στην άκρη, αποθηκεύω, κρύβω, αποστρέφω, παραμερίζω, βάζω στην άκρη, βάζω στην άκρη, παραμερίζω, ελευθερώνομαι, απαλλάσσομαι από, τραβάω, τραβώ, παραβλέπω, αφήνω στην άκρη, φυλάω, κρατάω, σκουπίζω κτ με το χέρι, φυλάω, βάζω στην άκρη, απομονώνω, εξορκίζω, ξορκίζω, χωρίζω, απομακρύνω, χωρίζω, κάνω κπ/κτ στην άκρη, αφήνω κπ/κτ στην άκρη, απολύομαι, σπρώχνω, κτυπώ, στρέφω το βλέμμα μου αλλού, απομακρύνω το βλέμμα, κοιτάω αλλού, αποστρέφω το βλέμμα μου, παραμερίζω βίαια, αποσπώ την προσοχή, απομακρύνω, μιλώ κατ' ιδίαν, σπρώχνω στην άκρη, κάνω κπ πέρα, ξεκολλώ κπ από κτ, αποστρέφω το βλέμμα μου, απομακρύνω, αποξενώνω, βάζω στην άκρη, αποστρέφω το βλέμμα μου, προϋπολογίζω, αποστρέφω, φεύγω, απομακρύνομαι, αποστρέφομαι, διαχωρίζω κτ από κτ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης apartar

κάνω κτ στην άκρη

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αποθηκεύω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tengo apartado un poco de dinero por si nos vamos de viaje este verano.

κρύβω

verbo transitivo (figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He apartado algo de dinero así que el almuerzo lo invito yo.

αποστρέφω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Aparté la vista cuando vi que estaba desnuda.
Απομάκρυνα το βλέμμα μου όταν είδα ότι ήταν γυμνή.

παραμερίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El anciano apartó el carro que estaba en la acera.

βάζω στην άκρη

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cada año, aparto algo de dinero para un coche nuevo.
Κάθε χρόνο βάζω στην άκρη κάποια χρήματα, για να αγοράσω καινούργιο αμάξι.

βάζω στην άκρη, παραμερίζω

verbo transitivo (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Aparta tus miedos y métete al agua.
Παραμερίστε τους φόβους σας και πηδήξτε στο νερό.

ελευθερώνομαι, απαλλάσσομαι από

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La clave para tener unas buenas vacaciones es apartar tus preocupaciones y angustias.
Το μυστικό για να κάνεις υπέροχες διακοπές είναι να απαλλαχθείς από έννοιες και ανησυχίες.

τραβάω, τραβώ

(απότομα, γρήγορα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sally apartó la mano cuando Josh intento cogérsela.

παραβλέπω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αφήνω στην άκρη

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Deja lo que estás haciendo, es hora de almorzar.
Άφησε στην άκρη ο,τι κάνεις· είναι ώρα να φάμε μεσημεριανό.

φυλάω, κρατάω

(κάτι για κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Guárdeme este vestido hasta el sábado que es cuando cobraré.

σκουπίζω κτ με το χέρι

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
James se quitó las lágrimas y empezó a sonreír.
Ο Τζέιμς σκούπισε με το χέρι τα δάκρυά του και χαμογέλασε.

φυλάω, βάζω στην άκρη

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

απομονώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Laura se esforzó por aislar los hechos de todas las disparatadas historias de manera que pudiera escribir su reportaje.
Η Λώρα δούλευε για να ξεχωρίσει τα γεγονότα από τα παραμύθια ώστε να γράψει την ιστορία της.

εξορκίζω, ξορκίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Su consuelo finalmente disipó mi ansiedad.

χωρίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

απομακρύνω

(cargo público)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El senador fue retirado de su cargo después de haber sido condenado por aceptar sobornos.

χωρίζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tienes que separar (or: apartar) la cáscara del aguacate antes de extraer la pulpa.

κάνω κπ/κτ στην άκρη, αφήνω κπ/κτ στην άκρη

(μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Decidió hacer a un lado todos los pensamientos negativos y así convertirse en una persona más feliz.

απολύομαι

(militar) (στρατός: από κάπου)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Fue apartado de la Martina.
Απολύθηκε από το ναυτικό.

σπρώχνω, κτυπώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Corrió por el pasillo de la escuela apartando gente a empujones.

στρέφω το βλέμμα μου αλλού

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

απομακρύνω το βλέμμα, κοιτάω αλλού

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El niño sabía que estaba en problemas y cuando la maestra lo miró tuvo que apartar la mirada.
Το μικρό αγόρι ήξερε ότι είχε μπλέξει και όταν το κοίταξε ο δάσκαλος απομάκρυνε το βλέμμα του (or: κοίταξε αλλού). Ήταν ταινία τρόμου και έπρεπε να κοιτάω αλλού την περισσότερη ώρα!

αποστρέφω το βλέμμα μου

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Apartó la mirada cuando sus ojos se encontraron.

παραμερίζω βίαια

αποσπώ την προσοχή

(κάποιου από κάτι)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

απομακρύνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La niña estaba tan pegada a la televisión que costaba apartarla de ahí.

μιλώ κατ' ιδίαν

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mi padre me llevó aparte y me dijo que no lo volviera a hacer.

σπρώχνω στην άκρη

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ο θυμωμένος νεαρός έσπρωξε στην άκρη το πιάτο του. «Δεν πεινάω», είπε.

κάνω κπ πέρα

(καθομιλουμένη, μτφ)

ξεκολλώ κπ από κτ

(καθομιλουμένη, μεταφορικά)

αποστρέφω το βλέμμα μου

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

απομακρύνω, αποξενώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La conducta cruel de Sara distanció a sus pares de ella.

βάζω στην άκρη

locución verbal (κυριολεκτικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Aparta a un lado el pastel y empieza a hacer el betún.
Βάλε την τούρτα στην άκρη για να φτιάξουμε την επικάλυψη.

αποστρέφω το βλέμμα μου

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Apartó la vista de la horrible realidad de su vida.

προϋπολογίζω

(επίσημο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ophelia reservó dinero para un pequeño auto económico, no para un sedán grande.
Η Οφίλια υπολόγιζε να αγοράσει ένα μικρό, οικονομικό αυτοκίνητο κι όχι για ένα μεγάλο σεντάν.

αποστρέφω

locución verbal (βλέμμα/πρόσωπο/κεφάλι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los testigos tuvieron que apartar la mirada de la espeluznante escena.
Οι μάρτυρες αναγκάστηκαν να αποστρέψουν το πρόσωπό τους από το φρικιαστικό θέαμα.

φεύγω, απομακρύνομαι, αποστρέφομαι

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Costó hacer retroceder al ganado.
Ήταν δύσκολο να απομακρύνω τα βοοειδή από τον χαλασμένο φράκτη.

διαχωρίζω κτ από κτ

¿Es posible divorciar la vida del arte?

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του apartar στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.