Τι σημαίνει το assured στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης assured στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του assured στο Αγγλικά.

Η λέξη assured στο Αγγλικά σημαίνει σίγουρος, βέβαιος, σίγουρος για τον εαυτό μου, που έχει ασφάλεια, ασφαλισμένος, ασφαλισμένος, διαβεβαιώνω, διαβεβαιώνω, διασφαλίζω, εξασφαλίζω, ασφαλίζω, μην ανησυχείς, μείνε ήσυχος, είμαι βέβαιος ότι, είμαι βέβαιος πως, είμαι σίγουρος ότι, είμαι σίγουρος πως, που έχει αυτοπεποίθηση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης assured

σίγουρος, βέβαιος

adjective (certain)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
You can be assured that the mayor will take care of the matter.

σίγουρος για τον εαυτό μου

adjective (self-assured)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Dana is a natural-born public speaker: she is articulate and assured.

που έχει ασφάλεια

adjective (UK (insured)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Don't worry about hurting Mr. Smith, he's assured.

ασφαλισμένος

noun (UK (insurance: the insured)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The assured will be responsible for filing the appropriate documents.

ασφαλισμένος

noun (UK (life insurance: beneficiary)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Under the policy, the assured will receive an amount of $15,000.

διαβεβαιώνω

transitive verb (with clause: say confidently) (κπ, κπ ότι/πως)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The tour guide assured the group that they would be able to see whales from the boat.
Ο ξεναγός διαβεβαίωσε το γκρουπ πως θα μπορούσαν να δουν τις φάλαινες από το πλοίο.

διαβεβαιώνω

(guarantee [sth]) (κάποιον για κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Marcus tried to assure Liz of the reliability of the car, but she didn't believe him.
Ο Μάρκους προσπάθησε να διαβεβαιώσει την Λιζ για την αξιοπιστία του αυτοκινήτου, αλλά εκείνη δεν τον πίστεψε.

διασφαλίζω, εξασφαλίζω

transitive verb (make certain)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The contract assures the forgiveness of the debt in the event of death.
Το συμβόλαιο διασφαλίζει τη διαγραφή του χρέους σε περίπτωση θανάτου.

ασφαλίζω

transitive verb (UK (insure against loss)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They assured an amount that will triple in the event of death occurring during a business-related trip.

μην ανησυχείς, μείνε ήσυχος

interjection (reassurance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Rest assured, this won't crash your computer! Rest assured, your case will be judged fairly.

είμαι βέβαιος ότι, είμαι βέβαιος πως, είμαι σίγουρος ότι, είμαι σίγουρος πως

(with clause: be confident)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You can rest assured that your insurance will cover the colonoscopy.

που έχει αυτοπεποίθηση

adjective (confident)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του assured στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του assured

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.