Τι σημαίνει το bases στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης bases στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του bases στο Αγγλικά.

Η λέξη bases στο Αγγλικά σημαίνει βάση, θεμέλιο, βάση, βάση, βάση, βάση, πρόποδες, βασίζω, στηρίζω, θεμελιώνω, βασίζω, ποταπός, ευτελής, βάση, βάση, ως βάση, η βάση μου είναι, έχω τη βάση μου, έχω ως βάση, βάση, βάση, βάση, κάνω άλμα βάσης, αεροπορική βάση, στρατιωτική βάση, στη βάση, χαμηλό ντουλάπι, καταυλισμός στους πρόποδες βουνού, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, άλμα βάσης, κατώτερο τμήμα ποταμού, κατώτερο τμήμα, βασικό φορτίο, ευτελές μέταλλο, στρατιωτική βάση, επιχειρηματική έδρα, base on balls, βασικός μισθός, κατώτερος μισθός, βάση, βασική τιμή, επίσημο, τραπεζικό επιτόκιο, βασικός μισθός, βασικό επιτόκιο, βασικός μισθός, κατώτερος μισθός, σταθμός βάσης, βασικός μισθός, κατώτερος μισθός, επίπεδο αναφοράς, γραμμή βάσεων, μπέις λάιν, στρατιωτικό πρατήριο, πελατειακή βάση, βάση, μακρινό χτύπημα ώστε ο ροπαλιστής να φτάσει στη δεύτερη βάση, πρώτη βάση, φιλί, φίλημα, αρχική βάση, αρχική πλάκα, αρχική πλάκα, αρχική βάση, κεντρικά, αρχική πλάκα, αρχική βάση, στρατιωτική βάση, ναυτική βάση, λανθασμένος, βαλβίδα, δεύτερη βάση, χούφτωμα, μπαλαμούτι, χαμούρεμα, φάσωμα, φορολογητέα βάση, τρίτη βάση, επικοινωνώ, επικοινωνώ με κπ, τριπλό χτύπημα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης bases

βάση

noun (bottom support)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The floor lamp has a large round base.
Το φωτιστικό δαπέδου έχει μια μεγάλη στρογγυλή βάση.

θεμέλιο

noun (building foundation)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The base of the house is solid concrete.
Τα θεμέλια αυτού του σπιτιού είναι από συμπαγές σκυρόδεμα.

βάση

noun (basis)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The Bible provides the base for most Christian beliefs.
Η Βίβλος αποτελεί τη βάση των περισσότερων Χριστιανικών πιστεύω.

βάση

noun (main ingredient) (κύριο συστατικό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The sauce has a tomato base.
Η σάλτσα έχει βάση την τομάτα.

βάση

noun (military: facility) (στρατιωτική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The United States Navy has a base in San Diego.
Οι ΗΠΑ έχουν μια βάση στο Σαν Ντιέγκο.

βάση

noun (starting point)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We used the tree as the base, and measured everything from there.
Χρησιμοποιήσαμε ως βάση το δέντρο και μετρήσαμε τα πάντα από εκεί.

πρόποδες

noun (foot: of mountain or tree) (για βουνό)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
They run a small chalet resort at the base of the mountain.
Νοικιάζουν ένα μικρό σαλέ στους πρόποδες του βουνού.

βασίζω, στηρίζω, θεμελιώνω

(often passive (use as evidence) (κάτι πάνω/σε κάτι άλλο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She based her conclusion on close examination of the evidence.
Βάσισε το συμπέρασμά της στην προσεκτική εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων.

βασίζω

(adapt from) (κάτι σε κάτι άλλο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They will base the film on a short story written by Mark Twain.
Η ταινία θα βασιστεί σε μια σύντομη ιστορία του Μαρκ Τουέιν.

ποταπός, ευτελής

adjective (dishonourable, low)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
His base comments offended the women.

βάση

noun (baseball: home, first, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The runner passed second base and headed to third.

βάση

noun (chemical compound) (χημεία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This liquid is a base, and not acidic.
Αυτό το υγρό είναι βάση, όχι οξύ.

ως βάση

noun as adjective (forming the base)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
First you need to put on a base coat of paint.

η βάση μου είναι, έχω τη βάση μου, έχω ως βάση

transitive verb (usually passive (station) (εγώ ο ίδιος)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tom's company based him in New York, but he travels all over the US.

βάση

noun (base or reason for [sth])

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The basis for standardized testing in elementary schools is the need for all students to be at the appropriate level for their age.
Η βάση των τυποποιημένων εξετάσεων στα δημοτικά σχολεία έγκειται στην ανάγκη όλοι οι μαθητές να είναι στο κατάλληλο επίπεδο για την ηλικία τους.

βάση

noun (occurrence, routine) (συχνότητα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Dogs need to be walked on a regular basis.
Τα σκυλιά πρέπει να πάνε βόλτα σε τακτική βάση.

βάση

noun (principle [sth] depends on)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Trust and communication are the basis of a good relationship.
Η εμπιστοσύνη και η επικοινωνία είναι η βάση για μια καλή σχέση.

κάνω άλμα βάσης

phrasal verb, intransitive (extreme sport)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αεροπορική βάση

noun (military aircraft station)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

στρατιωτική βάση

noun (military facility)

There is a large US army base on the island of Okinawa, Japan.

στη βάση

preposition (at the bottom of)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
We'll meet at the base of the volcano and hike up together.

χαμηλό ντουλάπι

noun (low storage cupboard) (έπιπλο)

καταυλισμός στους πρόποδες βουνού

noun (mountaineers' shelter)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
My daughter is no mountain climber, but she's trekking as far as the Everest base camp.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (UK (law: inherited property)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (type of baseball hit)

The batter got a base hit and the runner scored easily.

άλμα βάσης

noun (sport: jump from fixed structure)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κατώτερο τμήμα ποταμού

noun (river's lowest point)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κατώτερο τμήμα

noun (lowest point)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

βασικό φορτίο

(UK (electronics)

ευτελές μέταλλο

noun (non-precious metal)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It was a cheap base metal but the gold plating made it look expensive.

στρατιωτική βάση

noun (military installation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The Allies moved their base of operations from England to the coast of Normandy.

επιχειρηματική έδρα

noun (business headquarters)

The Hong Kong offices currently serve as the company's base of operations for global activities.

base on balls

noun (baseball: walk awarded) (στο μπέιζμπολ)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The pitcher gave a base on balls.

βασικός μισθός, κατώτερος μισθός

noun (basic salary)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The base pay for this job is low, but as you gain experience your pay will be increased.

βάση

noun (metal sheet supporting [sth])

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The base plate is attached to the machine with four screws.

βασική τιμή

noun (cost before extras)

The base price is $20,000; if you want a stereo or air conditioning, that will be extra.

επίσημο, τραπεζικό επιτόκιο

noun (interest rate: to set lending rate)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Banks use the base rate as their starting point when deciding on individual lending rates.

βασικός μισθός

noun (wages)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
We're paid £55 a day as a base rate of pay.

βασικό επιτόκιο

noun (UK (interest rate: Bank of England)

The Bank of England set the base rate at 0.5 per cent.

βασικός μισθός, κατώτερος μισθός

noun (basic pay level)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Inexperienced workers entering this firm are paid the base salary.

σταθμός βάσης

(broadcasting)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

βασικός μισθός, κατώτερος μισθός

noun (basic pay level)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The base wage for this job is low, but as you gain experience your pay will be increased.

επίπεδο αναφοράς

noun (standard, guideline)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

γραμμή βάσεων

noun (baseball: line between bases) (μπέιζμπολ)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

μπέις λάιν

noun (tennis court marking) (τένις)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

στρατιωτικό πρατήριο

noun (US, initialism (base exchange)

πελατειακή βάση

noun (group of clients or consumers)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
The home improvement store expanded its customer base when it added a new garden center.

βάση

noun (data bank, collection of data)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Police are compiling a database of crime locations.
Η αστυνομία συγκεντρώνει μια βάση δεδομένων με τους τόπους των εγκλημάτων.

μακρινό χτύπημα ώστε ο ροπαλιστής να φτάσει στη δεύτερη βάση

noun (baseball)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The batter hit a double.

πρώτη βάση

noun (baseball: first station)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Baseball is so dull that I fall asleep before anyone gets to first base.

φιλί, φίλημα

noun (slang (kissing on a date)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He thought the date was going well, but in the end he didn't even make it to first base.

αρχική βάση, αρχική πλάκα

noun (uncountable (baseball: home plate)

He stole from third base to home.

αρχική πλάκα, αρχική βάση

noun (baseball: home plate) (μπέιζμπολ)

κεντρικά

noun (headquarters, center of action)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

αρχική πλάκα, αρχική βάση

noun (baseball: batter's station) (μπέιζμπολ)

A pitcher must throw the ball over home plate for it to be declared a "strike.".

στρατιωτική βάση

noun (army facility)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My aunt's a civilian worker on a military base.

ναυτική βάση

noun (military stronghold)

λανθασμένος

adjective (mistaken)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

βαλβίδα

noun (baseball)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The runner slid into the plate to score the winning run.

δεύτερη βάση

noun (baseball: first corner) (μπέιζμπολ)

The batter was able to reach second base safely.
Ο επιθετικός μπάτερ μπόρεσε να προσεγγίσει τη δεύτερη βάση με ασφάλεια.

χούφτωμα, μπαλαμούτι, χαμούρεμα, φάσωμα

noun (US, slang, euphemism (fondling [sb]'s breasts) (αργκό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
How long did it take for you to reach second base with your girlfriend?
Μετά από πόσο καιρό άρχισες το χούφτωμα με το κορίτσι σου;

φορολογητέα βάση

noun (resources subject to taxation)

Our tax base has dwindled since the hurricane.

τρίτη βάση

noun (baseball: last of three bases that must be touched by runner)

The player made it to third base.

επικοινωνώ

(US, figurative, informal (make contact)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We'll touch base when you've finished the first task.
Θα επικοινωνήσουμε μόλις ολοκληρώσεις την πρώτη σου εργασία.

επικοινωνώ με κπ

verbal expression (US, figurative, informal (make contact with [sb])

Touch base with me in a few weeks so I can see how the project's coming along.
Επικοινώνησε μαζί μου σε μερικές εβδομάδες για να δω πως προχωράει το πρότζεκτ.

τριπλό χτύπημα

noun (baseball) (στο μπέιζμπολ)

The crowd cheered when the batter hit a triple.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του bases στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του bases

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.