Τι σημαίνει το consent στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης consent στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του consent στο Αγγλικά.

Η λέξη consent στο Αγγλικά σημαίνει συναίνεση, συγκατάθεση, συναινώ, συναινώ, συναινώ, ηλικία μετά την οποία η σεξουαλική επαφή είναι πλέον νόμιμη, με κοινή αποδοχή, συναινετική απόφαση, υπεύθυνη δήλωση παροχής συναίνεσης, ομόφωνη απόφαση, σιωπηρή συναίνεση, σιωπηρή συγκατάθεση, συγκατάθεση, συναίνεση, γενική συναίνεση, συγκατατίθεμαι, συναινώ, σιωπηρή συναίνεση, σιωπηρή συγκατάθεση, γονική συναίνεση, δεν συγκατατίθεμαι, δεν συναινώ, δεν συγκατατίθεμαι, δεν συναινώ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης consent

συναίνεση, συγκατάθεση

noun (approval)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
James asked Sophie's father for his consent before proposing.
Ο Τζέιμς ζήτησε τη συγκατάθεση του πατέρα της Σόφι πριν της κάνει πρόταση γάμου.

συναινώ

intransitive verb (agree to [sth]) (επίσημο)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You can name someone else as beneficiary of your death benefit, but only if your wife consents.
Μπορείς να κάνεις κάποιον άλλο δικαιούχο του της ασφάλειας ζωής σου, αλλά μόνο αν συναινεί η σύζυγός σου.

συναινώ

(agree to [sth]) (επίσημο: σε κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Not many people in town would consent to raising taxes.
Δεν είναι πολλοί οι κάτοικοι της πόλης που θα συναινούσαν σε αύξηση φόρων.

συναινώ

verbal expression (agree to do [sth]) (επίσημο: στο να κάνω κτ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ross consented to take a lie detector test.
Ο Ρος δέχθηκε να κάνει τεστ αλήθειας.

ηλικία μετά την οποία η σεξουαλική επαφή είναι πλέον νόμιμη

noun (age at which sex becomes legal)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
In many countries, the age of consent is determined by the beginning of puberty.

με κοινή αποδοχή

adverb (with everyone's agreement)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

συναινετική απόφαση

noun (type of court order) (δικαστήριο)

υπεύθυνη δήλωση παροχής συναίνεσης

noun (document: signed agreement)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
You have to sign a consent form before having any type of surgery. I signed a consent form to allow the doctors to harvest my organs if I died during the operation.

ομόφωνη απόφαση

noun (law: agreement)

σιωπηρή συναίνεση, σιωπηρή συγκατάθεση

noun (law: presumed agreement)

συγκατάθεση, συναίνεση

noun (full permission)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The marriage has my full consent.

γενική συναίνεση

noun (overall agreement)

We didn't vote, but there was general consent to canceling the picnic.

συγκατατίθεμαι, συναινώ

(agree to [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If you're aged 18 or under, your parents or guardians will need to give their consent.

σιωπηρή συναίνεση, σιωπηρή συγκατάθεση

noun (inferred agreement)

γονική συναίνεση

noun (law: permission for minor)

δεν συγκατατίθεμαι, δεν συναινώ

(not give permission)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The couple wanted to get married, but the girl's father refused consent.
Το ζευγάρι ήθελε να παντρευτεί αλλά ο πατέρας της κοπέλας δε συναινούσε.

δεν συγκατατίθεμαι, δεν συναινώ

verbal expression (not allow [sth]) (σε κάτι)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ministers have refused consent for a wind farm located in central Sutherland.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του consent στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του consent

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.