Τι σημαίνει το contraire στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης contraire στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του contraire στο Γαλλικά.

Η λέξη contraire στο Γαλλικά σημαίνει αντίθετος, αντίθετος, για αντίκρουση, αντίθετα με, αντίθετος, αντίθετο, αντίστροφο, αντίθετος, αντίστροφος, το αντίστροφο, το αντίθετο, αντίστροφος, αντίθετος, ανάποδος, αντίθεση, αντενεργητικός, ενάντια σε κτ, αντίστροφος, αντίθετος, αντίθετο, ανήθικος, ακριβής, χωρίς λογική, ακριβώς το αντίθετο, αντιθέτως, ακριβώς το αντίθετο, αντιθέτως, αντίθετα, το αντίθετο, απεναντίας, τουναντίον, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά, αν δεν αναφέρεται διαφορετικά, αντίθετος με, αντεπιχείρημα, εντελώς αντίθετος, άνομος, παράνομος, αντίθετα, αντίθετα με, ασυνήθιστος, καμία σχέση, αντίθετος με κτ, το αντίθετο, αντίθετα, εμποδίζω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης contraire

αντίθετος

adjectif (action)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Chaque action a une réaction de valeur égale et contraire (or: opposée).
Κάθε δράση έχει μια ίση και αντίθετη αντίδραση.

αντίθετος

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Les deux hommes ont toujours l'air d'avoir un avis contraire.
Οι δυο άνδρες πάντα φαίνεται να έχουν αντίθετες απόψεις.

για αντίκρουση

adjectif

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Après que le parquet eut présenté son dossier, l'avocat de la défense offrit des arguments contraires.

αντίθετα με

nom masculin

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Le chaud est le contraire du froid.

αντίθετος

adjectif (vent, direction)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Les vents contraires ont retardé la progression du navire.
Οι κόντρα άνεμοι καθυστέρησαν την πορεία του καραβιού.

αντίθετο, αντίστροφο

Si je crois une chose, elle croit le contraire.
Αν εγώ πιστεύω ένα πράγμα, αυτή θα πιστεύει το αντίθετο (or: αντίστροφο).

αντίθετος, αντίστροφος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

το αντίστροφο, το αντίθετο

nom masculin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Vous croyez que le soleil tourne autour de la Terre alors que c'est le contraire qui est vrai.
Πιστεύεις ότι ο ήλιος γυρίζει γύρω από τη γη, ενώ συμβαίνει το αντίστροφο (or: το αντίθετο).

αντίστροφος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
La hausse de l'intérêt a eu un effet inverse sur les prix des obligations.
Η αύξηση του επιτοκίου έχει το αντίστροφο αποτέλεσμα στην τιμή του ομολόγου.

αντίθετος, ανάποδος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Je me suis trompé tout à l'heure ; l'inverse de ce que j'ai dit est vrai.
Είχα άδικο πριν. Ισχύει το αντίθετο (or: ανάποδο) απ' ότι είπα.

αντίθεση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αντενεργητικός

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ενάντια σε κτ

(dans le sens contraire)

Cette idée va à l'encontre des idées reçues sur la culture des tomates.

αντίστροφος, αντίθετος

(opposé)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Ο Χάρι αναποδογύρισε το κέρμα και είδε ότι η πίσω πλευρά του ήταν πιο γυαλιστερή.

αντίθετο

nom masculin (action)

Quoi qu'il veuille faire, elle fait toujours l'inverse.
Οτιδήποτε και να θέλει να κάνει εκείνος, αυτή κάνει το αντίθετο.

ανήθικος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ακριβής

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Le témoin donna à la police une description précise du suspect.
Ο μάρτυρας έδωσε στην αστυνομία μια ακριβή περιγραφή του υπόπτου.

χωρίς λογική

(όταν μοιάζει να αντιβαίνει τη λογική)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Le nouveau système d'exploitation semble tout à fait contre-intuitif et difficile d'emploi.
Το νέο λειτουργικό σύστημα φαίνεται χωρίς λογική (or: παράλογο) και είναι δύσκολο στη χρήση.

ακριβώς το αντίθετο

locution adverbiale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tu as fait exactement le contraire de ce que j'avais conseillé.

αντιθέτως

locution adverbiale

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Tu penses que les gens ne peuvent pas changer ? Au contraire, ils le peuvent.
Νομίζεις ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να αλλάξουν; Αντιθέτως, μπορούν!

ακριβώς το αντίθετο

locution adverbiale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
On pense que je suis pour les syndicats. Bien au contraire, je suis pour les entreprises en fait.

αντιθέτως, αντίθετα, το αντίθετο, απεναντίας, τουναντίον

locution adverbiale

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Je t'assure qu'il n'était pas triste. Au contraire, il m'a dit qu'il s'était beaucoup amusé.

εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά, αν δεν αναφέρεται διαφορετικά

adverbe

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Sauf indication contraire de votre médecin sur l'ordonnance, ce médicament est à prendre le matin à jeun.

αντίθετος με

adjectif

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
En matière de politique, les opinions politiques de Joe sont contraires à celles de Marie.
Όσον αφορά τα πολιτικά, οι απόψεις του Τζο ήταν πάντα αντίθετες με αυτές της Μαίρης.

αντεπιχείρημα

nom masculin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

εντελώς αντίθετος

adverbe

Elle est tout le contraire de sa sœur.

άνομος, παράνομος

locution adjectivale

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Ce n'est pas contraire à la loi de fumer dans sa voiture.

αντίθετα

locution adverbiale

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

αντίθετα με

préposition

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Le bien est le contraire du mal.

ασυνήθιστος

(όχι συνηθισμένος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
"Tout cela est sacrément irrégulier", dit-il avec désapprobation.
«Όλα αυτά είναι άκρως ασυνήθιστα», είπε αποδοκιμαστικά.

καμία σχέση

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Bien qu'il soit connu pour ses comédies, son dernier film est tout le contraire.

αντίθετος με κτ

(είμαι)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Elle a démissionné parce que la politique de l'entreprise sur les essais sur les animaux était contraire à ses convictions.
Άφησε τη δουλειά της γιατί η πολιτική της εταιρείας για τα πειράματα στα ζώα ήταν αντίθετη με τα πιστεύω της.

το αντίθετο

nom masculin

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
On a souvent tendance à penser que les explications données par la science détruisent notre propre vision de la nature, mais j'ai réalisé qu'en fait, le contraire se produisait.
Ορισμένοι πιστεύουν πως οι επιστημονικές εξηγήσεις μας αποτρέπουν από το να απολαμβάνουμε τη φύση, αλλά εγώ θεωρώ πως ισχύει το αντίθετο.

αντίθετα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

εμποδίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Une mauvaise utilisation du langage est contraire au principe de la communication.

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του contraire στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του contraire

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.