Τι σημαίνει το dearest στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης dearest στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του dearest στο Αγγλικά.

Η λέξη dearest στο Αγγλικά σημαίνει αγαπημένε, αγαπημένη, ειλικρινής, αγαπητέ, αγαπητή, αγαπημένε, αγαπημένη, αγαπητός, αγαπημένος, αγαπητός, σημαντικός, πολύτιμος, ακριβός, ακριβός, ακριβά, αξιαγάπητος, αγαπητή μου, κοντινά και αγαπημένα πρόσωπα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης dearest

αγαπημένε, αγαπημένη

interjection (term of affection)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Charles, dearest, would you bring me my newspaper?

ειλικρινής

adjective (heartfelt) (μεταφορικά: συναίσθημα)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Our dearest prayers go out to the victim's family.

αγαπητέ, αγαπητή

expression (written (written salutation)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Dearest Liz, I am writing to tell you that I am well.

αγαπημένε, αγαπημένη

expression (dated (term of affection)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Dearest Kay, you know I love you.

αγαπητός

adjective (in letter: salutation) (προσφώνηση, συχνά τυπικό)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Dear John, thank you for your letter.
Αγαπημένε μου Γιάννη, σε ευχαριστώ για το γράμμα σου.

αγαπημένος

adjective (beloved)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Yes, my dear brother.
Ναι, αγαπημένε (or: αγαπητέ) μου αδερφέ.

αγαπητός

adjective (respected, esteemed)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
We are indebted to our dear doctor.
Είμαστε υποχρεωμένοι στον αγαπητό μας γιατρό.

σημαντικός, πολύτιμος

adjective (precious)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Our family is very dear to us.
Η οικογένεια μας είναι πολύ σημαντική για εμάς.

ακριβός

adjective (UK, informal (item: expensive)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I can't afford to buy that coat. It's too dear.
Δεν μπορώ να αγοράσω αυτό το παλτό. Είναι πανάκριβο.

ακριβός

adjective (UK, dated, informal (shop: charges high prices)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Don't shop there, it's very dear.
Μην ψωνίζεις εκεί, είναι φαρμακείο.

ακριβά

adverb (UK, dated, informal (at a high price)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
They sell things very dear in that shop.
Πουλάνε πολύ ακριβά πράγματα σε αυτό το μαγαζί.

αξιαγάπητος

noun (person: lovable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There were twenty children in that class, all of them dears.
Υπήρχαν είκοσι παιδιά σε αυτή την τάξη, όλα τους αξιαγάπητα.

αγαπητή μου

interjection (informal (term of address) (παλαιό: κάπως τυπικό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Are you warm enough, dear?
Είσαι αρκετά ζεστά, αγαπητή μου;

κοντινά και αγαπημένα πρόσωπα

plural noun (close friends, relatives)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
We always spend this holiday with our nearest and dearest.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του dearest στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του dearest

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.