Τι σημαίνει το dealing στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης dealing στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του dealing στο Αγγλικά.

Η λέξη dealing στο Αγγλικά σημαίνει εμπόριο, εμπορικές συναλλαγές, εμπορικές δοσοληψίες, εμπορικές σχέσεις, εμπορικές συναλλαγές με κπ/κτ, εμπορικές σχέσεις με κπ/κτ, πάρε-δώσε, πάρε-δώσε με κπ, συμφωνία, συναλλαγή, προσφορά, συμφωνία, μοιράζω, μοιράζω, μοιράζω, μεταχείριση, -, συμπεριφέρομαι, φέρομαι, διακινώ, σχετικά με, αναφορικά με, διπροσωπία, διπρόσωπος, εμπόριο ναρκωτικών, τίμιος, έντιμος, αγοραπωλησία ακινήτων. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης dealing

εμπόριο

noun (selling, trade)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

εμπορικές συναλλαγές, εμπορικές δοσοληψίες, εμπορικές σχέσεις

plural noun (business transactions)

The minister's dealings with the banking industry are shady.

εμπορικές συναλλαγές με κπ/κτ, εμπορικές σχέσεις με κπ/κτ

plural noun (business transactions)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
His dealings with the company were conducted in secret.

πάρε-δώσε

plural noun (informal (interaction) (καθομιλουμένη, προφορικό)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

πάρε-δώσε με κπ

plural noun (informal (interaction) (καθομιλουμένη, προφορικό)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
In all my dealings with her, Maria has always been kind and helpful.

συμφωνία

noun (agreement)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The two sides made a deal.
Οι δύο πλευρές ήρθαν σε συμφωνία.

συναλλαγή

noun (transaction)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Each deal is an opportunity for profit.
Κάθε συναλλαγή είναι μια ευκαιρία για να βγάλεις χρήματα.

προσφορά

noun (informal (bargain)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Nancy really got a deal on those shoes.
Η Νάνσι βρήκε αυτά τα παπούτσια σε προσφορά.

συμφωνία

noun (economic policy) (στην πολιτική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Roosevelt introduced the New Deal.
Ο Ρούσβελτ εισήγαγε τη Νέα Συμφωνία.

μοιράζω

transitive verb (cards: distribute) (τράπουλα, χαρτιά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Every person takes a turn and deals the cards.
Κάθε παίκτης με τη σειρά μοιράζει τα χαρτιά.

μοιράζω

intransitive verb (cards)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
It's your turn to deal.
Είναι σειρά σου να μοιράσεις.

μοιράζω

noun (cards) (χαρτιά, τράπουλα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It is Mary's deal.
Τώρα μοιράζει η Μαίρη.

μεταχείριση

noun (informal (treatment)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
They were unhappy with the deal they had received.
Δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τον τρόπο που τους φέρθηκαν.

-

noun (slang (story) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
What's the deal with Amber and Paul? Are they seeing each other?
Τι παίζει με την Άμπερ και τον Πωλ; Τα έχουν;

συμπεριφέρομαι, φέρομαι

intransitive verb (US (behave)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He deals badly.
Έχει άσχημη συμπεριφορά.

διακινώ

transitive verb (drugs: sell)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He went to jail for dealing drugs.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Λένε πως πλούτισε κάνοντας διακίνηση ναρκωτικών.

σχετικά με, αναφορικά με

preposition (about, concerning)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

διπροσωπία

noun (deceitfulness, treachery)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

διπρόσωπος

adjective (using deceit, being disloyal)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

εμπόριο ναρκωτικών

noun (selling of illegal drugs)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Drug dealing is punished more harshly than drug use.

τίμιος, έντιμος

adjective (open, straightforward)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
A plain-dealing merchant is good to find.

αγοραπωλησία ακινήτων

noun (real-estate purchase and rental)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του dealing στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του dealing

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.