Τι σημαίνει το dreamt στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης dreamt στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του dreamt στο Αγγλικά.

Η λέξη dreamt στο Αγγλικά σημαίνει βλέπω όνειρο, ονειρεύομαι, ονειρεύομαι, ονειρεύομαι, ονειρεύομαι, εύχομαι, διανοούμαι, όνειρο, ονειροπόληση, ονειρεύομαι, όνειρο, όνειρο, εφευρίσκω,σκαρφίζομαι, το αμερικάνικο όνειρο, κακό όνειρο, εφιάλτης, τολμώ να ονειρευτώ, τολμώ να ονειρεύομαι, όνειρο που έγινε πραγματικότητα, γυναίκα των ονείρων μου, γυναίκα των ονείρων μου, το σπίτι των ονείρων μου, ιδανική δουλειά, τα όνειρα, η ζωή των ονείρων μου, η ζωή που ονειρεύομαι, κοιμήσου, κοιμήσου όρθιος, ονειρική κατάσταση, ιδανική ομάδα, ονειρικός κόσμος, παραλήρημα, σε όνειρο, χίμαιρα, ουτοπία, ονειροπολώ, ονείρωξη. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης dreamt

βλέπω όνειρο

intransitive verb (have a dream)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I've been dreaming a lot lately.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είδα στον ύπνο μου τη γιαγιά μου προχθές.

ονειρεύομαι

transitive verb (with clause: imagine while asleep) (ότι/πως)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I dreamed that you would come.
Ονειρεύτηκα πως θα έρθεις.

ονειρεύομαι

(daydream) (μεταφορικά: μελλοντική εικόνα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
All day long, she dreamed of their honeymoon.
Αναπολούσε τον μήνα του μέλιτος όλη μέρα.

ονειρεύομαι

(fantasize)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She dreams about becoming an astronaut.
Φαντασιώνεται (or: φαντασιώνει) ότι θα γίνει αστροναύτης.

ονειρεύομαι, εύχομαι

(figurative (aspire) (να κάνω κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Many teenagers dream of becoming pop stars, but few have the talent to make it happen.
Πολλοί έφηβοι ονειρεύονται (or: εύχονται) να γίνουν αστέρια της ποπ μουσικής, λίγοι όμως έχουν το ταλέντο να τα καταφέρουν.

διανοούμαι

verbal expression (figurative (conceive) (να κάνω κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They wouldn't dream of going to Paris without seeing Michel!
Δεν θα τους πέρναγε απ' το μυαλό να πάνε στο Παρίσι χωρίς να δουν τον Μισέλ!

όνειρο

noun (sleep images)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I had a funny dream last night.
Είδα ένα περίεργο όνειρο χθες το βράδυ.

ονειροπόληση

noun (daydream, reverie)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He spends all day in his own dreams.
Περνάει όλη τη μέρα στον κόσμο του.

ονειρεύομαι

noun (figurative (hope) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I have a dream that one day we will all live in peace.
Ονειρεύομαι ότι μια μέρα θα ζούμε όλοι ειρηνικά.

όνειρο

noun (figurative ([sb], [sth] beautiful) (μτφ: όμορφος, ωραίος)

(ουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.)
His new sportscar is a dream!
Το καινούριο του αμάξι είναι ένα όνειρο!

όνειρο

noun (fantasy, wish)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
His silly dreams will never become reality.

εφευρίσκω,σκαρφίζομαι

phrasal verb, transitive, separable (invent: [sth] outlandish)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
How did you ever dream up a silly idea like that?

το αμερικάνικο όνειρο

noun (ideal of prosperity) (μεταφορικά)

They are second-generation immigrants who are living the American dream.
Είναι μετανάστες δεύτερης γενιάς που ζουν το αμερικάνικο όνειρο.

κακό όνειρο

noun (nightmare)

I had a bad dream last night about failing all my exams.

εφιάλτης

noun (figurative (unpleasant situation) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Yesterday was a bad dream. Everything went wrong.

τολμώ να ονειρευτώ, τολμώ να ονειρεύομαι

verbal expression (figurative (be ambitious)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

όνειρο που έγινε πραγματικότητα

noun (figurative (desire becomes reality)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Getting promoted was a dream come true for her.

γυναίκα των ονείρων μου

noun (idealized woman) (ιδανική γυναίκα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Sometimes a dream girl is just a dream.

γυναίκα των ονείρων μου

noun (desirable young woman) (επιθυμητή γυναίκα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The calendar features a collection of dream girls in bikinis.

το σπίτι των ονείρων μου

noun (ideal house for [sb])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My dream house would be a villa with a swimming pool.

ιδανική δουλειά

noun (informal (desired or ideal occupation) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My old job was a nightmare but this one's truly a dream job.

τα όνειρα

noun (what is experienced in dreams)

η ζωή των ονείρων μου, η ζωή που ονειρεύομαι

noun (figurative (ideal lifestyle) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κοιμήσου, κοιμήσου όρθιος

interjection (informal (It isn't true)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
“I'm going to be a billionaire one day,” said Kate. "Dream on!" Sarah replied.

ονειρική κατάσταση

noun (mental state when you dream)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Gary was wandering around, his eyes glazed over as if in a dream state.

ιδανική ομάδα

noun (perfect team)

ονειρικός κόσμος

noun (idealization, fantasy)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
In my dream world I'm as young and healthy as I was 30 years ago.
Στον ονειρικό κόσμο μου είμαι όσο νέος και υγιής ήμουν 30 χρόνια πριν.

παραλήρημα

noun (delirium) (από πυρετό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σε όνειρο

expression (figurative (in a trance) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She's in love and walks around in a dream.
Είναι ερωτευμένη και είναι στον κόσμο της.

χίμαιρα, ουτοπία

noun (figurative (unattainable wish)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
You have to admit that world peace is rather a pipe dream.

ονειροπολώ

intransitive verb (fantasize)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
You want to be a famous singer, even though you're tone deaf? I'd say it's time to stop pipe-dreaming.

ονείρωξη

noun (informal (sexual dream causing ejaculation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I could tell when I did the laundry that my son had started having wet dreams.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του dreamt στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του dreamt

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.