Τι σημαίνει το give an account of στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης give an account of στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του give an account of στο Αγγλικά.

Η λέξη give an account of στο Αγγλικά σημαίνει δίνω, δίνω, δίνω, δίνω, δίνω, δίνω, δίνω, περιθώριο να υποχωρήσω, δίνω, υποχωρώ, υποχωρώ, διαλύομαι, δίνω, δίνω, βγάζω, δίνω, δίνω, κολλάω, κολλώ, δίνω, δίνω, δίνω, δίνω, χαρίζω, χαρίζω, δωρίζω, δίνω, προδίδω, επιστρέφω, δίνω πίσω, γυρίζω πίσω, παραδίδομαι, ενδίδω, παραδίνομαι σε κτ, ενδίδω σε κτ, υποκύπτω σε κτ, χειροκροτώ θερμά, ωχαδερφισμός, ζαμανφουτισμός, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, κάνω κωλοδάχτυλο σε κπ, χαλάω το όνομα κάποιου, χτυπάω τηλέφωνο σε κπ, δίνω ώθηση, τηλεφωνώ σε κπ, προκαλώ κόμπλεξ σε κπ, δημιουργώ κόμπλεξ σε κπ, νοιάζομαι, δε δίνω δεκάρα, αγριοκοιτάζω, δεν δίνω μία, δεν μου καίγεται καρφάκι, δεν δίνω δεκάρα, δίνω δεκάρα, δίνω μία, τα χώνω σε κπ, τη λέω σε κπ, δίνω ένα χέρι, δίνω ένα χεράκι, χειροκροτώ, βοηθώ οικονομικά, δυσκολεύω, μαλώνω, ενημερώνω, βοηθώ, συμπαραστέκομαι, συντρέχω, δεν δίνω δεκάρα, δίνω κλοτσιά σε κπ, ρίχνω κλοτσιά σε κπ, βγάζω κπ νοκ άουτ, τα χώνω σε κπ, τα λέω ένα χεράκι σε κπ, παίρνω κπ στους ώμους μου, δίνω αύξηση σε κπ, κάνω δημόσια ανάγνωση, πάω κπ κάπου με το αυτοκίνητο, τα χώνω σε κπ, τα ψέλνω σε κπ, δεν σκέφτομαι, δεν δίνω δεκάρα, δεν δίνω δεκάρα τσακιστή, κάνω μια προσπάθεια σε κτ, κάνω μνεία σε κπ, βγάζω λόγο, πραγματοποιώ ομιλία, τα λέω ένα χεράκι σε κπ, τα ψέλνω σε κπ, δίνω δεκάρα, δίνω μία, δοκιμάζω, δοκιμάζω, δοκιμάζω, κρατάω απόσταση από κπ/κτ, δίνω συμβουλή, παρέχω συμβουλή, βοηθάω, βγάζω στον αέρα, αμοιβαίες υποχωρήσεις, δούναι και λαβείν, εγκρίνω, εγκρίνω, χρησιμοποιώ ως δικαιολογία, ως πρόσχημα, εγγυώμαι, δίνω εγγυήσεις για κτ, εγγυώμαι, γεννάω, γεννώ, γεννάω, γεννώ, γεννάω, γεννώ, γεννάω, γεννώ, δημιουργώ, γεννάω, τα λέω χαρτί και καλαμάρι, κυνηγάω, κυνηγώ, καθησυχάζω, παρηγορώ, συγκατατίθεμαι, συναινώ, προσδίδω αξιοπιστία, δίνω πίστωση, παρέχω πίστωση, αναγνωρίζω, δίνω τα εύσημα σε κπ για κτ, αναγνωρίζω την αξία κπ, δίνω οδηγίες, δίνω οδηγίες, βοηθώ, συμπαραστέκομαι, συντρέχω, διαβεβαιώ πλήρως, δίνω ως στοιχείο, υποχωρώ, παραχωρώ, τα χώνω, τη λέω, βοηθώ, συμβουλεύω, καθοδηγώ, δίνω πληροφορίες, δίνω οδηγίες, καθοδηγώ, κάνω μια προσπάθεια, κάνω μια απόπειρα, ξανασκέφτομαι, μαλώνω, Παράτα τα!, τα παρατάω, κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου, δίνω ζωή, ζωντανεύω, φέρνω μία ζωή στον κόσμο, βγάζω γλώσσα σε κπ, δώσε μου ένα στοιχείο, κόλλα το, κόλλα πέντε, δίνω νόημα σε κτ, είμαι αμείλικτος απέναντι σε κπ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης give an account of

δίνω

transitive verb (hand, pass: [sb] [sth]) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Could you give me that book over there, please?
Θα μπορούσες να μου δώσεις εκείνο εκεί το βιβλίο, σε παρακαλώ;

δίνω

transitive verb (hand, pass: [sth] to [sb]) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Can you give that book to me?
Μπορείς να μου δώσεις εκείνο το βιβλίο;

δίνω

transitive verb (as a gift) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She gave me a tie for my birthday.
Μου δώρισε (or: χάρισε) μια γραβάτα για τα γενέθλιά μου.

δίνω

transitive verb (provide) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Can you give me something to eat?
Μπορείς να μου δώσεις κάτι να φάω;

δίνω

transitive verb (pay) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'll give you five hundred dollars for that car.
Θα σου δώσω πεντακόσια δολάρια για εκείνο το αυτοκίνητο.

δίνω

transitive verb (supply)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The furnace gives heat to the entire house.
Η θερμάστρα παρέχει θερμότητα σε όλο το σπίτι.

δίνω

transitive verb (assign, allot) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
After three interviews she was given the job.
Μετά από τρεις συνεντεύξεις, της έδωσαν τη δουλειά.

περιθώριο να υποχωρήσω

noun (informal (tendency to yield)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The floor has a bit of give in it.
Το πάτωμα υποχωρεί λιγάκι.

δίνω

intransitive verb (contribute)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Please give generously.

υποχωρώ

intransitive verb (compromise)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Someone has to give or we'll be here all night.

υποχωρώ

intransitive verb (yield under pressure)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
This door gives when you lean on it.

διαλύομαι

intransitive verb (collapse)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The chair gave underneath him.

δίνω

transitive verb (present, perform)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She's giving a piano concert tonight.

δίνω

transitive verb (place in [sb]'s care) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I gave them the house keys for the week.

βγάζω

transitive verb (utter) (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He gave a shout and ran towards her.

δίνω

transitive verb (cause) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It gives me great pleasure to welcome you tonight.

δίνω

transitive verb (donate) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He gave his heart and lungs to science.

κολλάω, κολλώ

transitive verb (infect) (καθομ: κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She's given me her cold.

δίνω

transitive verb (deliver) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Give them our fondest regards.

δίνω

transitive verb (inflict) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He gave detention to the whole class.

δίνω

transitive verb (administer) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
How much aspirin should I give her?

δίνω

transitive verb (devote) (κάτι σε/για κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She gave her life to the human rights movement.

χαρίζω

transitive verb (make pregnant) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Her husband gave her two boys within three years of the wedding.

χαρίζω, δωρίζω, δίνω

phrasal verb, transitive, separable (make a gift)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She put her old clothes in a bag and gave them away.
Έβαλε τα παλιά της ρούχα σε μια τσάντα και τα χάρισε.

προδίδω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (reveal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
When you tell a joke, you can't give away the punch line until the end.
Όταν λες ένα ανέκδοτο δεν πρέπει να προδίδεις το καλύτερο σημείο πριν απ' το τέλος.

επιστρέφω, δίνω πίσω, γυρίζω πίσω

phrasal verb, transitive, separable (return: [sth] to [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Did you give me back the pen I lent you? You took my sweater? Give it back!
Μου επέστρεψες το στυλό που σου δάνεισα; Πήρες το πουλόβερ μου; Δώσε το μου πίσω!

παραδίδομαι

phrasal verb, intransitive (surrender, admit defeat)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I give in; it's just too difficult.
Παραδίνομαι· είναι υπερβολικά δύσκολο.

ενδίδω

phrasal verb, intransitive (yield: to feeling, temptation)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
She is trying to avoid sweets, but if you tempt her with chocolate, she always gives in.
Προσπαθεί να αποφεύγει τα γλυκά, αλλά αν τη δελεάσεις με σοκολάτα πάντα ενδίδει.

παραδίνομαι σε κτ

(yield: to feeling, temptation) (συναίσθημα)

The children wanted to stay up until midnight, but one by one, they gave in to sleep.
Τα παιδιά ήθελαν να μείνουν ξύπνια μέχρι τα μεσάνυχτα, αλλά το ένα μετά το άλλο, υπέκυψαν.

ενδίδω σε κτ, υποκύπτω σε κτ

(submit, surrender)

After the last scandal, the mayor gave in to the pressure and resigned.
Μετά το τελευταίο σκάνδαλο, ο δήμαρχος υπέκυψε στις πιέσεις και παραιτήθηκε.

χειροκροτώ θερμά

verbal expression (applaud enthusiastically)

ωχαδερφισμός, ζαμανφουτισμός

noun (slang, potentially offensive (apathy, lack of concern)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
There's no way I'd hire him with his couldn't-give-a-damn attitude.
Δεν υπάρχει περίπτωση να τον προσλάβω με τέτοιο ζαμανφουτισμό που επιδεικνύει.

για να λέμε και του στραβού το δίκιο

expression (expressing reluctant praise) (καθομιλουμένη)

She wasn't the nicest boss, but credit where it's due, she did increase profits.

κάνω κωλοδάχτυλο σε κπ

verbal expression (US, slang (make vulgar middle-finger gesture) (καθομ, χυδαίο, προσβλητικό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

χαλάω το όνομα κάποιου

verbal expression (figurative (damage [sb]'s reputation) (ανεπίσημο, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Your behaviour is giving me a bad name in the neighbourhood!

χτυπάω τηλέφωνο σε κπ

verbal expression (UK, slang (phone [sb]) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Give me a bell when you need picking up from the station.

δίνω ώθηση

verbal expression (assist, encourage) (μεταφορικά)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
The advertisement gave a boost to the company's sales.

τηλεφωνώ σε κπ

verbal expression (informal (phone [sb])

προκαλώ κόμπλεξ σε κπ, δημιουργώ κόμπλεξ σε κπ

verbal expression (make self-conscious)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
If you keep mentioning her weight, you'll give her a complex.

νοιάζομαι

verbal expression (slang (care)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I don't give a damn that my ex has a new girlfriend!

δε δίνω δεκάρα

verbal expression (US, informal, euphemism (not care) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Frankly, I don't give a darn about politics.
Ειλικρινά δε δίνω δεκάρα για την πολιτική.

αγριοκοιτάζω

verbal expression (informal (look resentfully at)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δεν δίνω μία, δεν μου καίγεται καρφάκι, δεν δίνω δεκάρα

verbal expression (figurative, informal (not care, be unconcerned) (μεταφορικά, καθομ: για κάτι)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δίνω δεκάρα, δίνω μία

verbal expression (vulgar, offensive, slang (not care) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I don't give a f*** what you think.
Δε με νοιάζει τι σκέφτεσαι.

τα χώνω σε κπ, τη λέω σε κπ

verbal expression (informal (reprimand) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When the boss found out what had happened, Sally was taken into the office and given a good telling-off.

δίνω ένα χέρι, δίνω ένα χεράκι

verbal expression (informal (help [sb]) (σε κάποιον)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I needed help carrying the wardrobe and the neighbour gave me a hand.
Χρειαζόμουν βοήθεια για να μεταφέρω την ντουλάπα και ο γείτονας με βοήθησε.

χειροκροτώ

verbal expression (informal (applaud) (κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Let's give a big hand to our next act.
Ας χειροκροτήσουμε δυνατά για το επόμενο νούμερο.

βοηθώ οικονομικά

verbal expression (give financial aid)

δυσκολεύω

verbal expression (informal (treat harshly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They gave me a hard time at the interview.

μαλώνω

verbal expression (informal (berate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My dad gave me a hard time about not finishing my homework.

ενημερώνω

verbal expression (informal (inform, warn [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βοηθώ, συμπαραστέκομαι, συντρέχω

verbal expression (assist, help)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You should give a helping hand to the needy.

δεν δίνω δεκάρα

verbal expression (figurative, informal (not care)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I don't give a hoot if you dont like the way I dress - I'll wear whatever I like!

δίνω κλοτσιά σε κπ, ρίχνω κλοτσιά σε κπ

verbal expression (informal (attack physically, beat)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βγάζω κπ νοκ άουτ

verbal expression (figurative, informal (defeat [sb]) (μεταφορικά, ανεπίσημο)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

τα χώνω σε κπ

verbal expression (figurative, informal (criticize [sb] heavily) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The film critic gave the director a kicking for the boring film.

τα λέω ένα χεράκι σε κπ

verbal expression (scold harshly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παίρνω κπ στους ώμους μου

verbal expression (informal (carry [sb] on your back)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
My ankle hurts - please give me a piggyback.

δίνω αύξηση σε κπ

verbal expression (informal (increase [sb]'s pay)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κάνω δημόσια ανάγνωση

verbal expression (read [sth] publicly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πάω κπ κάπου με το αυτοκίνητο

verbal expression (informal (take in car)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'll give you a ride to the airport.

τα χώνω σε κπ, τα ψέλνω σε κπ

verbal expression (UK, informal (reprimand [sb] severely) (ανεπίσημο)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Jim's boss gave him a rocket for losing the data.

δεν σκέφτομαι

verbal expression (informal (consideration)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Most people don't give a second thought to the problems of the homeless.

δεν δίνω δεκάρα, δεν δίνω δεκάρα τσακιστή

verbal expression (vulgar, slang (not care) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Sally said she doesn't give a s*** what her unfaithful ex-husband does with his time.

κάνω μια προσπάθεια σε κτ

verbal expression (figurative, informal (try)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He gave the auditions a shot, but ultimately failed. I gave that book a shot, but I stopped reading it because I wasn't interested.

κάνω μνεία σε κπ

verbal expression (informal (acknowledge by name)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
During his speech, the student gave a shout-out to the teachers who had encouraged him.

βγάζω λόγο, πραγματοποιώ ομιλία

verbal expression (conduct a speech or lecture)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
On Monday I have to give a talk about the work I did over the summer.

τα λέω ένα χεράκι σε κπ

verbal expression (informal (reprimand, scold [sb]) (καθομιλουμένη)

τα ψέλνω σε κπ

verbal expression (figurative, informal (scold [sb] severely) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δίνω δεκάρα, δίνω μία

verbal expression (UK, slang, vulgar (care) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Do I look like someone who gives a toss? I don't give a toss why you're late; you're fired anyway!

δοκιμάζω

verbal expression (informal (attempt)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
If you've never gone skiing, you should give it a try.

δοκιμάζω

verbal expression (informal (sample)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You shouldn't say you hate sushi without giving it a try first.

δοκιμάζω

verbal expression (informal, figurative (try [sth] new)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Judith had never been surfing before, but she thought she'd give it a whirl.

κρατάω απόσταση από κπ/κτ

verbal expression (figurative (keep away from)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δίνω συμβουλή, παρέχω συμβουλή

verbal expression (suggest or recommend [sth])

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)

βοηθάω

verbal expression (provide charity)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Some criminals ease their conscience by giving aid to the poor.

βγάζω στον αέρα

verbal expression (TV, radio: publicize)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αμοιβαίες υποχωρήσεις

noun (informal (compromise)

Marriage is all about give and take between the partners.

δούναι και λαβείν

noun (informal (conversation)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εγκρίνω

verbal expression (support, endorse [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

εγκρίνω

verbal expression (permit, agree to [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

χρησιμοποιώ ως δικαιολογία, ως πρόσχημα

transitive verb (make an excuse of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She gave being tired as a pretext for escaping from the boring party.

εγγυώμαι

(with clause: guarantee) (ότι/πως)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δίνω εγγυήσεις για κτ

verbal expression (guarantee [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εγγυώμαι

verbal expression (with clause: guarantee) (σε κάποιον ότι/πως)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

γεννάω, γεννώ

verbal expression (have a baby)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Sarah gave birth on Tuesday.
Η Σάρα γέννησε την Τρίτη.

γεννάω, γεννώ

verbal expression (woman: to baby)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Emily gave birth to twin girls last Saturday.
Η Έμιλυ γέννησε δίδυμα κορίτσια το περασμένο Σάββατο.

γεννάω, γεννώ

(animal: have offspring)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

γεννάω, γεννώ

verbal expression (animal: to young)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Labradors usually give birth to between six and eight puppies.

δημιουργώ, γεννάω

verbal expression (figurative (create, bring about) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Henry Ford gave birth to the automotive industry.

τα λέω χαρτί και καλαμάρι

verbal expression (figurative (tell [sb] [sth] in detail)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κυνηγάω, κυνηγώ

(pursue, run after [sb], [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The dogs gave chase.

καθησυχάζω, παρηγορώ

(console, reassure)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Religion often gives comfort to people in times of trouble.

συγκατατίθεμαι, συναινώ

(agree to [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If you're aged 18 or under, your parents or guardians will need to give their consent.

προσδίδω αξιοπιστία

verbal expression (accept as the truth)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You can't possibly give credence to the word of a man who's a notorious liar!

δίνω πίστωση, παρέχω πίστωση

(allow delayed payment) (χρήματα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I soon regretted giving him credit on that purchase.

αναγνωρίζω

verbal expression (acknowledge)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Teresa gave Simon credit for admitting responsibility for the mistake.

δίνω τα εύσημα σε κπ για κτ

verbal expression (acknowledge)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Many commentators have given credit to Karzai for leading the country to recovery.

αναγνωρίζω την αξία κπ

(recognize worth)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I'm not that stupid; give me some credit!
Δεν είμαι τόσο χαζός! Αναγνώρισε λίγο την αξία μου!

δίνω οδηγίες

(describe a route)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They give directions to tourists looking for the mausoleum.

δίνω οδηγίες

(explain how to do [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I gave him directions on how to fix the tap but it's still leaking.

βοηθώ, συμπαραστέκομαι, συντρέχω

(offer moral support, cheer [sb] on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mary always gives encouragement to her students.

διαβεβαιώ πλήρως

verbal expression (guarantee)

δίνω ως στοιχείο

(testify in a court of law)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The witness gave evidence that the defendant was indeed guilty of murder.

υποχωρώ, παραχωρώ

(figurative (concede, yield)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He was so stubborn he would never give ground on any argument.

τα χώνω, τη λέω

(slang (reprimand [sb] severely) (αργκό: σε κπ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If you keep doing the opposite of what dad tells you, he's going to give you hell one day.

βοηθώ

(assist)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

συμβουλεύω, καθοδηγώ

transitive verb (guide, advise)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The doctor gave information about the outbreak to all the patients who came to see him.

δίνω πληροφορίες

transitive verb (tell: the police) (στην αστυνομία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Anyone who can give information to the police on the recent robberies, please contact us right away.

δίνω οδηγίες, καθοδηγώ

verbal expression (teach, train)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κάνω μια προσπάθεια, κάνω μια απόπειρα

expression (try) (δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Although Brian had never gone kayaking before, he suddenly decided to give it a go.
Αν και ο Μπράιαν δεν είχε κάνει ποτέ καγιάκ, ξαφνικά αποφάσισε να κάνει μια δοκιμή.

ξανασκέφτομαι

verbal expression (informal (rethink)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He dropped what he was doing and went to her without giving it a second thought.

μαλώνω

verbal expression (slang (reprimand, punish)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

Παράτα τα!

interjection (stop trying)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Helen is never going to date you--give it up!
Η Έλεν δε θα βγει ποτέ μαζί σου, παράτα τα!

τα παρατάω

verbal expression (stop trying)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
That's never going to work; I'd give it up, if I were you.

κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου

verbal expression (make every effort)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'm not sure I can get your cat out of the tree, but I'll give it my best shot.

δίνω ζωή, ζωντανεύω

transitive verb (enliven)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He provides just enough description to give life to his characters.
Δίνει αρκετές περιγραφές για να ζωντανέψει τους χαρακτήρες του.

φέρνω μία ζωή στον κόσμο

transitive verb (give birth to)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

βγάζω γλώσσα σε κπ

(figurative, slang (be cheeky to) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Fred fired his employee for giving him lip.

δώσε μου ένα στοιχείο

interjection (provide a clue to help me guess)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Who's your mystery boyfriend? Go on, give me a hint ...

κόλλα το, κόλλα πέντε

interjection (slang (congratulatory) (καθομιλουμένη)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
You passed your driving test? Give me five!
Πέρασες τις εξετάσεις για το δίπλωμα; Κόλλα το!

δίνω νόημα σε κτ

verbal expression (make [sth] significant)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When a student tells me how I helped him in life, it gives meaning to everything I do.

είμαι αμείλικτος απέναντι σε κπ

verbal expression (show no mercy)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The border guards gave no quarter to anyone they caught trying to cross illegally.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του give an account of στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του give an account of

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.