Τι σημαίνει το local στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης local στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του local στο Αγγλικά.

Η λέξη local στο Αγγλικά σημαίνει τοπικός, τοπικό, ντόπιος, ντόπια, τοπικός, στέκι, τοπικό μέσο μεταφοράς, τοπική, τοπική αναισθησία, τοπικό δίκτυο, τοπικό δίκτυο, δημοτικό συμβούλιο, τοπική αρχή, αστική κλήση, τοπικό χρώμα, ιδιαίτερος χαρακτήρας, τοπική κοινότητα, τοπική διάλεκτος, τοπική νόσος, τοπική οικονομία, τοπική εξεταστική επιτροπή, δημοτικό συμβούλιο, τοπική αρχή, τοπικός κανονισμός/νομοθεσία, τοπική εφημερίδα, ντόπιοι, τοπική ώρα, τοπικό τρένο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης local

τοπικός

adjective (localized, of a place)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The local drug store is two blocks away.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι επιτόπιες αστυνομικές αρχές διεξάγουν έρευνα για να διελευκανθεί το έγκλημα.

τοπικό

adjective (medicine: applied to specific area)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The doctor applied a local anaesthetic.
Ο γιατρός εφάρμοσε ένα τοπικό αναισθητικό.

ντόπιος, ντόπια

noun (person or resident of the area)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Are you a local, or are you from out of town?
Είσαι ντόπιος ή είσαι από αλλού;

τοπικός

adjective (regional)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The local food is very spicy.
Το φαγητό της περιοχής είναι πολύ πικάντικο.

στέκι

noun (UK, informal (frequented nearby bar) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We were at our local till 11 last night.
Ήμασταν στο στέκι μας μέχρι τις 11 χθες το βράδυ.

τοπικό μέσο μεταφοράς

noun (informal (train or bus: stopping service)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You want the express bus, not the local.
Εσύ θέλεις το εξπρές λεωφορείο, όχι το τοπικό.

τοπική

noun (union or syndicate branch)

My grandfather was a member of Local 532 of the electrical workers union.
Ο παππούς μου ανήκε στην Τοπική 532 της ένωσης ηλεκτρολόγων.

τοπική αναισθησία

noun (US ([sth] injected to numb a body part for pain relief)

The dentist will give you a local anesthetic before he removes the tooth.
Ο οδοντίατρος θα σου κάνει τοπική αναισθησία πριν σου βγάλει το δόντι.

τοπικό δίκτυο

noun (computer network)

τοπικό δίκτυο

noun (telecommunications system)

δημοτικό συμβούλιο, τοπική αρχή

noun (council, local government)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The local authority is responsible for rubbish collection.

αστική κλήση

noun (short-distance phone call)

He borrowed our telephone but made a local call, so there will be no extra charge.

τοπικό χρώμα

noun (figurative (features of a place) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Take us on a tour of the bars and show us some of the local color.

ιδιαίτερος χαρακτήρας

noun (figurative (quirky points)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

τοπική κοινότητα

noun (residents of a given area)

τοπική διάλεκτος

noun (regional variation of a language)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
In many parts of Andalusia the local dialect is hard to understand.

τοπική νόσος

noun (ailment in one part of the body)

τοπική οικονομία

noun (commercial and financial situation of an area)

The local economy is lagging behind the national. The local economy relies greatly on tourism.
Η τοπική οικονομία καθυστερεί σε σχέση με την εθνική οικονομία. Η τοπική οικονομία στηρίζεται κατά μεγάλο ποσοστό στον τουρισμό.

τοπική εξεταστική επιτροπή

noun (organization that sets and assesses exams)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δημοτικό συμβούλιο, τοπική αρχή

noun (local authority, council)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We expect to have a new mayor after our local government election next year.

τοπικός κανονισμός/νομοθεσία

noun (legal restrictions that apply to an area)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The local law prohibited smoking in all public areas.

τοπική εφημερίδα

noun (regional news publication)

I read about the city council in the local newspaper, but otherwise I get my news from the Internet.

ντόπιοι

plural noun (residents of a given area)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The local people are very friendly to visitors.

τοπική ώρα

noun (time in a particular zone)

The plane should land at 4am local time. // He phoned from Africa at midnight local time; that's 6 p.m. here.

τοπικό τρένο

noun (train making many stops)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του local στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του local

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.