Τι σημαίνει το print στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης print στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του print στο Αγγλικά.

Η λέξη print στο Αγγλικά σημαίνει εκτυπώνω, εκδίδομαι, γράφω, εκτυπώνω, τυπώνω, εκτυπώνω, τυπώνω, εκτύπωση, αντίγραφο, εκτυπωμένος, εμπριμέ, κεφαλαία, γράμματα, αποτύπωμα, σφραγίδα, σφραγίδα, γκραβούρα, αντίγραφο, -, εκδίδω, εκτυπώνω, τυπώνω, εκτυπώνω, δημοσιεύω, εκδίδω, ξυλογραφία, έγχρωμη φωτογραφία, ψιλά γράμματα, μικρά γράμματα, πάω για εκτύπωση, σε κυκλοφορία, λεοπάρ, λεοπαρδαλέ, λεοπάρ, λεοπαρδαλέ, που δεν τυπώνεται πια, που δεν εκδίδεται πια, εξαντλημένος, πατημασιά, φωτογραφική εκτύπωση, έτνυπα, ο τύπος, ο τύπος, δημοσιογράφος έντυπου τύπου, γράφω το όνομά μου με κεφαλαία, έτσι ώστε να φαίνεται ως τυπωμένο κείμενο, προεπισκόπηση εκτύπωσης, ουρά εκτύπωσης, αριθμός αντιτύπων, πλήκτρο εκτύπωσης οθόνης, τυπογραφείο, μεταξοτυπία, μεταξοτυπία, μικρά γράμματα, ψιλά γράμματα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης print

εκτυπώνω

transitive verb (computing: output on paper) (Η/Υ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He printed the directions that had been emailed to him.
Εκτύπωσε τις οδηγίες που του έστειλαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

εκδίδομαι

transitive verb (publish) (βιβλίο)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
When was this book printed?
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θα εκδόσει το νέο βιβλίο του γύρω στο Πάσχα.

γράφω

transitive verb (handwriting: write clearly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Print your name in the space provided instead of signing.
Γράψτε το όνομά σας στο κενό αντί να υπογράψετε.

εκτυπώνω, τυπώνω

(imprint [sth]) (πάνω σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Silk-screen is a method often used to print on fabrics.

εκτυπώνω, τυπώνω

(imprint [sth] on [sth]) (κάτι πάνω σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The art student printed the image of an eagle on a t-shirt.

εκτύπωση

noun (computing: print button)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Press "print" to send the document to the printer.
Πιέστε «εκτύπωση» για να στείλετε το έγγραφο στον εκτυπωτή.

αντίγραφο

noun (copy of a photo) (φωτογραφία)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The photographer sold prints of the photos to his customers.
Ο φωτογράφος πούλησε αντίγραφα των φωτογραφιών στους πελάτες του.

εκτυπωμένος

adjective (printed)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Students may choose between a digital and a print textbook.

εμπριμέ

adjective (textile: with printed pattern)

(άκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
It was a cheerful print dress in a floral design.

κεφαλαία

noun (capital letters)

Write your name in print - do not give a signature.

γράμματα

noun (terms and conditions) (μεταφορικά: ψιλά)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
You should read the small print in all contracts.
Πρέπει να διαβάζεις τα ψιλά γράμματα σε κάθε συμβόλαιο.

αποτύπωμα

noun (impression)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The print of horse hooves was visible in the mud.

σφραγίδα

noun (seal)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The letter bore the print of Buckingham Palace.

σφραγίδα

noun (stamp)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The envelope bore the print of the British Royal Mail.

γκραβούρα

noun (engraving)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He took a print of the image etched on the copper plate.

αντίγραφο

noun (lithograph)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It was a print of the artist's most famous lithograph.

-

noun (textile: printed pattern, printed fabric) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The teacher wore the animal print that the children liked so much.
Η δασκάλα φορούσε το άνιμαλ πριντ που τόσο λάτρευαν τα παιδιά.

εκδίδω

transitive verb (book: publish)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The author is seeking a publisher who will print his new book.

εκτυπώνω

phrasal verb, transitive, separable (make a printed copy of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Let me just print this letter off and I will give it to you to sign.

τυπώνω, εκτυπώνω

phrasal verb, transitive, separable (make a printed copy of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Can you print out that email for me?
Μπορείς να μου εκτυπώσεις αυτό το email;

δημοσιεύω, εκδίδω

verbal expression (be printed, be published)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My sister wrote a novel ten years ago, but I don't think it will ever actually appear in print.

ξυλογραφία

noun (art: print made by woodcut)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The students are doing block prints in their art class.

έγχρωμη φωτογραφία

noun (photo in full color)

At the stationery store they make color prints directly from your digital camera.

ψιλά γράμματα

noun (figurative (terms and conditions) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If only I'd read the fine print, I wouldn't have lost so much money.

μικρά γράμματα

noun (text printed in small font)

The fine print's too hard for me to read due to my bad eyesight.

πάω για εκτύπωση

verbal expression (be reproduced for publication)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The book is ready to go to print.

σε κυκλοφορία

adverb (in published form) (έντυπο)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The book I want is no longer in print. The writer was pleased to see his book in print at last.
Το βιβλίο που θέλω δεν είναι πλέον σε κυκλοφορία. Ο συγγραφέας ήταν ευχαριστημένος που είδε επιτέλους το βιβλίο του σε κυκλοφορία.

λεοπάρ, λεοπαρδαλέ

noun (pattern imitating leopard's spots)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Leopard print is in fashion this autumn.

λεοπάρ, λεοπαρδαλέ

noun as adjective (patterned with leopard spots)

(άκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Tina wore her favorite leopard print shirt to the nightclub for a night of dancing.

που δεν τυπώνεται πια, που δεν εκδίδεται πια

adverb (no longer being published)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The book is quite difficult to get hold of because it has gone out of print.

εξαντλημένος

adjective (no longer being published) (δεν υπάρχει πια)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The book is quite difficult to get hold of because it's out of print.

πατημασιά

noun (mark left by animal's foot) (ζώου)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
What kind of animal left these paw prints?

φωτογραφική εκτύπωση

noun (abbr, informal (reproduction of a photograph)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
I'm going to put this photo print in a frame.

έτνυπα

plural noun (printed newspapers, etc.)

ο τύπος

noun (print media collectively)

ο τύπος

noun (print media industry)

δημοσιογράφος έντυπου τύπου

noun (writer for newspaper or magazine)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Print media journalists are something of a dying breed thanks to the internet.
Οι δημοσιογράφοι του έντυπου τύπου είναι πλέον είδος προς εξαφάνιση εξαιτίας του διαδικτύου.

γράφω το όνομά μου με κεφαλαία, έτσι ώστε να φαίνεται ως τυπωμένο κείμενο

expression (write name without joining letters)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Please print name in full.

προεπισκόπηση εκτύπωσης

noun (onscreen view of [sth] to be printed)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
I did a print preview and noticed that the text would not fit on one page.

ουρά εκτύπωσης

noun (backlog of documents to be printed)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Alice checked the print queue to see how long she might have to wait for her document.

αριθμός αντιτύπων

noun (edition of book or newspaper)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
The book had a print run of 5000 copies.

πλήκτρο εκτύπωσης οθόνης

noun (computer function key) (το πλήκτρο)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Hit print screen to take a screenshot.

τυπογραφείο

noun (printing company)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Gary arranged for the print shop to print several hundred copies of the document.

μεταξοτυπία

noun (artwork made by screen-printing) (τεχνοτροπία εκτύπωσης)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The video shows how to do a screen print on a T-shirt.

μεταξοτυπία

noun (print made using fabric screen) (ύφασμα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Kathy learnt how to make a silkscreen print in her art class.

μικρά γράμματα

noun (text in a small font)

The small print on this packet is difficult to read.

ψιλά γράμματα

noun (figurative (terms and conditions) (μεταφορικά)

Make sure you read the small print before you sign the contract.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του print στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του print

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.