Τι σημαίνει το red στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης red στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του red στο ισπανικά.

Η λέξη red στο ισπανικά σημαίνει δίκτυο, δίχτυ, δίχτυ, δίχτυα, δίκτυο, δίχτυ, δίχτυα, δίκτυο, πλέγμα, δίχτυ, δίκτυο, δίχτυ, δίκτυο, πλέγμα, δίκτυο, δίχτυ, αγωγός, επανάληψη, διχτυωτό ύφασμα, διαδίκτυο, δίκτυο, πλέκω, δικτυοειδής, ίντερνετ, internet, δικτύωση, δίχτυα, δίχτυ ασφαλείας, δίχτυ προστασίας, υπολογιστής δικτύου, δίκτυο κορμού, εκτός δικτύου ενέργειας, που μπορεί να πάρει τη μορφή δικτύου, που μπορεί να διαμορφωθεί σε δίκτυο, δίχτυ, παρασυρόμενο δίχτυ, παρασυρόμενο απλάδι, αρχικατάσκοπος, τραπεζικές συναλλαγές σε πολλά υποκαταστήματα, απόχη για πεταλούδες, πλεχτή τσάντα, πέπλο μυστηρίου, δίχτυ ασφαλείας, δίχτυ προστασίας, κοινωνικό δίκτυο, διαδικτυακό κοινωνικό δίκτυο, διαδίκτυο, δίχτυ, διχτάκι, δίχτυ για κρίκετ, ηλεκτρικό δίκτυο, τέρμα, ιοντικό πλέγμα, ενέργεια πλέγματος, χρόνος λειτουργίας δικτύου, νευρικό δίκτυο, οδικό δίκτυο, διαχειριστής συστήματος, διαχειρίστρια συστήματος, σπείρα ναρκωτικών, τοπικό δίκτυο, υπόγειο σύστημα διαφυγής σκλάβων, παρασυρόμενο δίχτυ, εθνικό δίκτυο, ικανότητες δικτύωσης, ικανότητες κοινωνικής δικτύωσης, διχτυωτό καλσόν, σερφάρω στο διαδίκτυο, ψαρεύω με τράτα, σαν πλέγμα, συμβατός με το δίκτυο, τράτα, παράνομο σημείο εκπομπής ασύρματου δικτύου που λειτουργεί δίπλα σε νόμιμο, βρόχος, απλώνω τα δίχτυα μου παντού, διχτυωτό καλσόν, ελέγχω διαθεσιμότητα, τροφική αλυσίδα, απλάδι, τοπικό δίκτυο, αρτάνη, συγκανάλωση, δίκτυο, βγαίνω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης red

δίκτυο

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Los servidores de la compañía están conectados a una red.
Οι σέρβερ της εταιρείας είναι συνδεδεμένοι σε δίκτυο.

δίχτυ

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El pescador atrapó algunos peces en su red.
Ο ψαράς έπιασε μερικά ψάρια στα δίχτυα του.

δίχτυ

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El tenista le dio a la red.
Ο τενίστας χτύπησε το φιλέ.

δίχτυα

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
El jugador metió el balón en la red.
Ο ποδοσφαιριστής έβαλε την μπάλα στα δίχτυα.

δίκτυο

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Los ríos están conectados por una red de canales.

δίχτυ

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Kate tenía puesto un suéter de red de lana sobre su vestido.

δίχτυα

nombre femenino (figurado) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
El criminal se escapó de la red policial.

δίκτυο

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El chico de sistemas conectó la computadora de Sam a la red local.

πλέγμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La red estaba hecha de una malla gruesa que dejaba escapar a los peces más pequeños.
Το δίχτυ ήταν φτιαγμένο από ένα ανοιχτό πλέγμα που άφηνε τα μικρότερα ψάρια να περνούν.

δίχτυ

nombre femenino (de pesca)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El barco está equipado con varias redes.

δίκτυο

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

δίχτυ

nombre femenino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Si al sacar la pelota toca la red, tienes que sacar de nuevo.

δίκτυο, πλέγμα

nombre femenino (κύκλωμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Todos somos parte de una red de relaciones.
Είμαστε όλοι μέλη ενός δικτύου (or: πλέγματος) γνωριμιών.

δίκτυο

(eléctrica) (νερό, ρεύμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Ben instaló paneles solares para no depender de la red como su proveedor de energía.

δίχτυ

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La red hizo un buen sonido cuando entró la pelota.
Το δίχτυ έκανε έναν ευχάριστο θόρυβο καθώς πέρασε από μέσα του η μπάλα.

αγωγός

nombre femenino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
La red de alcantarillado se bloqueó y se desbordó.
Ο αγωγός της αποχέτευσης έφραξε και ξεχείλισε.

επανάληψη

(tenis, servicio)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Su primer servicio fue red.
Το πρώτο σερβίς ήταν επανάληψη (or: let).

διχτυωτό ύφασμα

La malla contra los mosquitos estaba vieja y llena de moho, pero todavía funcionaba.

διαδίκτυο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Compré las entradas en internet.
Αγόρασα τα εισιτήρια στο διαδίκτυο.

δίκτυο

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πλέκω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El pescador se sentó en un banco haciendo una red con cuerdas toda la mañana.

δικτυοειδής

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ίντερνετ, internet

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
La internet ahora conecta computadoras en todos los países del mundo.
Το διαδίκτυο πλέον συνδέει υπολογιστές από όλες τις χώρες του κόσμου.

δικτύωση

(κοινωνική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Confía en sus contactos para conseguir un nuevo trabajo.
Στηρίζεται στην δικτύωσή του για να βρει νέα δουλειά.

δίχτυα

(figurado) (μεταφορικά: αστυνομίας)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

δίχτυ ασφαλείας, δίχτυ προστασίας

(μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El sistema de seguridad social es una garantía para aquellos que no pueden trabajar o perdieron sus trabajos.

υπολογιστής δικτύου

(voz inglesa)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

δίκτυο κορμού

(Informática)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Todas las oficinas de este edificio están conectadas al backbone.

εκτός δικτύου ενέργειας

locución adjetiva

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Hay una línea no dependiente de red, la alimenta un generador que se activa cuando hay corte de energía.

που μπορεί να πάρει τη μορφή δικτύου, που μπορεί να διαμορφωθεί σε δίκτυο

locución adjetiva

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

δίχτυ

(για ψάρια)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

παρασυρόμενο δίχτυ, παρασυρόμενο απλάδι

(ψάρεμα)

αρχικατάσκοπος

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)

τραπεζικές συναλλαγές σε πολλά υποκαταστήματα

nombre femenino

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
El nuevo grupo económico instaló en el país una red de sucursales bancarias para asistir mejor a los usuarios.

απόχη για πεταλούδες

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πλεχτή τσάντα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Las bolsas de redecilla son una alternativa conveniente antes que las bolsas de plástico o papel.

πέπλο μυστηρίου

locución nominal femenina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tom Clancy escribe novelas sobre redes de intrigas que involucran a los gobiernos nacionales y extranjeros.

δίχτυ ασφαλείας, δίχτυ προστασίας

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Se puso una red de seguridad debajo del cable alto.

κοινωνικό δίκτυο

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Afortunadamente en estos momentos tiene una red social que lo contiene.

διαδικτυακό κοινωνικό δίκτυο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Facebook y MySpace son dos páginas que se usan para buscar contactos por la red.

διαδίκτυο

nombre propio femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

δίχτυ, διχτάκι

(μπάσκετ)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

δίχτυ για κρίκετ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La red de cricket es diferente a la de tenis.

ηλεκτρικό δίκτυο

τέρμα

(γήπεδο χόκεϊ)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ιοντικό πλέγμα

ενέργεια πλέγματος

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χρόνος λειτουργίας δικτύου

(υπολογιστές)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

νευρικό δίκτυο

locución nominal femenina

Mi tesis doctoral trata de las redes neuronales que subyacen las reacciones de temor en humanos.

οδικό δίκτυο

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

διαχειριστής συστήματος, διαχειρίστρια συστήματος

nombre masculino

σπείρα ναρκωτικών

locución nominal femenina

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

τοπικό δίκτυο

locución nominal femenina (Informática)

υπόγειο σύστημα διαφυγής σκλάβων

locución nominal femenina

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

παρασυρόμενο δίχτυ

εθνικό δίκτυο

ικανότητες δικτύωσης, ικανότητες κοινωνικής δικτύωσης

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Si quieres avanzar en tu carrera, necesitarás habilidad para crear una red de contactos.

διχτυωτό καλσόν

σερφάρω στο διαδίκτυο

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Me gusta más navegar por la red que ver la televisión.

ψαρεύω με τράτα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σαν πλέγμα

locución adjetiva

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

συμβατός με το δίκτυο

locución adjetiva

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τράτα

(μεγάλο δίχτυ ψαρέματος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

παράνομο σημείο εκπομπής ασύρματου δικτύου που λειτουργεί δίπλα σε νόμιμο

nombre femenino

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

βρόχος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

απλώνω τα δίχτυα μου παντού

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
La compañía puso en juego múltiples recursos para encontrar a la persona indicada para ese trabajo.

διχτυωτό καλσόν

Erin llevó al club las medias de red y su vestido.

ελέγχω διαθεσιμότητα

locución verbal (servidores, dominios, direcciones IP) (επίσημο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Comprueba la disponibilidad de recursos de red para ver si funciona.
Ελέγξτε τη διαθεσιμότητα του διακομιστή δικτύου για να δείτε αν λειτουργεί.

τροφική αλυσίδα

(ecología)

απλάδι

(δίχτυ)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

τοπικό δίκτυο

locución nominal femenina

αρτάνη

locución nominal femenina

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

συγκανάλωση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

δίκτυο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La red eléctrica ha estado inoperativa durante horas y cientos de residentes están sin electricidad.

βγαίνω

locución verbal (για κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Cuando la marea es apropiada, los pescadores pescan mejillones con red barredera.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του red στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του red

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.